Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ο επιθεωρητής που έρχεται από το κρύο

«Είμαι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας αστυνομικού στον κόσμο. Ο Jo Nesbo είναι ο αμέσως επόμενος μετά από εμένα, και με καταδιώκει ανελέητα σαν λυσσασμένο πιτ μπουλ, αποφασισμένος να μου πάρει τα σκήπτρα». Αυτά τα λόγια του James Ellroy είναι τυπωμένα στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του Λυτρωτή. Ο Τζο Νέσμπο διαβάζεται φανατικά από χιλιάδες αναγνώστες σε δεκάδες γλώσσες, ενώ παράλληλα τα βιβλία του μεταφέρονται ένα ένα στην τηλεοπτική και κινηματογραφική οθόνη. Τι είναι αυτό που κάνει τα έργα του Νέσμπο να ξεχωρίζουν μέσα στο κύμα αστυνομικής λογοτεχνίας που μας έρχεται από τις Βόρειες ακτές της Ευρώπης;
              
Ο Νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας από τους σκανδιναβούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας που κατά την τελευταία δεκαετία, χάρη στη μετάφραση των έργων τους σε πολλές γλώσσες και τη συνακόλουθη εμπορική τους επιτυχία, έχουν δημιουργήσει ένα νέο εκδοτικό φαινόμενο. Είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους στη Νορβηγία, αλλά όχι και ο μοναδικός, καθώς σημαντική απήχηση έχει και το έργο των ομοεθνών του Anne Holt και Gunnar Staalensen. Ωστόσο, μόνο ο Τζο Νέσμπο έχει πετύχει τη σύγκριση με το φαινόμενο του Σουηδού Stieg Larsson, δημιουργού της τριλογίας του Millennium. Πρώην δημοσιογράφος και διάσημος ροκ σταρ, ο Νέσμπο, που δε γράφει μόνο αστυνομική λογοτεχνία αλλά και παιδικά βιβλία, είναι κυρίως γνωστός για τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή το Χάρι Χόλε, που αριθμεί ήδη εννέα τίτλους.
Από τα πρώτα δείγματα κριτικού λόγου που έχει δημοσιευτεί σχετικά με το πρόσφατο φαινόμενο της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μπορούμε να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα για τα κοινά στοιχεία ενός ανομοιογενούς ρεύματος. Ο Βρετανός κριτικός Barry Forshaw γράφει στο βιβλίο του Death in a cold climate: A guide to Scandinavian crime fiction ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα με προέλευση από τη Σουηδία, τη Νορβηγία, την Ισλανδία, τη Φιλανδία και τη Δανία «συχνά αναπτύσσουν κοινωνική κριτική, καυτηριάζοντας κοινωνικούς θεσμούς και πιο συγκεκριμένα τις πολιτικές σχετικά με το φύλο. Είναι επίσης κατά κανόνα σκοτεινά, εγκεφαλικά και απαισιόδοξα στο ύφος».[1] Στα μυθιστορήματα του Νέσμπο εντοπίζουμε τα στοιχεία που ορίζει ο Forshaw. Η κοινωνική κριτική είναι έντονη και ιδιαίτερα η κριτική που αναφέρεται στις δυσλειτουργίες και την υποχώρηση του περίφημου κοινωνικού κράτους ή σε θεσμούς, όπως η οργάνωση του Στρατού Σωτηρίας στο Λυτρωτή. Ο προβληματισμός σχετικά με τα ζητήματα φύλου είναι έκδηλος και εκφράζεται μέσα από την αφηγηματική φωνή του Χόλε αλλά και με τη σκιαγράφηση βίαιων αντρικών χαρακτήρων. Υπάρχει στενή συγγένεια με τα μυθιστορήματα του Millennium, στα οποία ο Larsson φαίνεται να ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για τα ζητήματα φύλου ώστε ξεκινά τα κεφάλαιά του με στοιχεία σχετικά με τη βία κατά των γυναικών στη Σουηδία. Το τρίτο ζήτημα που βρίσκεται ψηλά στη συγγραφική ατζέντα του Νέσμπο είναι η επανεξέταση της επίσημης εθνικής ιστορίας και της ιστορικής περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη Νορβηγία, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.
Διαλύοντας τον Χάρι
Ο Τζο Νέσμπο δημιούργησε έναν ήρωα, αν όχι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του εαυτού, παρόμοιο με αυτόν. Είναι και ο ίδιος, όπως και ο Χάρι Χόλε, «ρομαντικός, μελαγχολικός, ένα μείγμα χάους και πειθαρχίας».[2] Ο Χάρι Χόλε δουλεύει στην αστυνομία του Όσλο, μένει μόνος σε ένα λιτά επιπλωμένο δυάρι στην περιοχή Μπίσλετ, ενώ αυτό που αποκαλεί οικογένειά του είναι ο πατέρας του και η αδερφούλα. Ο πατέρας ζει μόνος, σαν ερημίτης, μετά το θάνατο της συντρόφου του, ενώ η αδερφούλα πάσχει από σύνδρομο Ντάουν. Ο Χάρι την επισκέπτεται συχνά στον ξενώνα όπου ζει και συζητάνε για θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά της και για το αγόρι της, το Χένρικ. Οι φίλοι του Χάρι είναι καταρχήν οι συνάδελφοί του στην Αστυνομία, αν και δεν το παραδέχεται εύκολα ότι η σχέση τους είναι παραπάνω από επαγγελματική. Έχει, βέβαια, και ένα φίλο από τα παλιά, από τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, το Όπσαλ, τον Έισταιν, πρώην χάκερ και ροκά που δουλεύει ταξιτζής και ειδικεύεται σε ό,τι έχει να κάνει με αμφεταμίνες. Ο Έισταιν είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει τον Χάρι όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο· παίζει επίσης έναν καίριο ρόλο: μας λέει πράγματα για τον Χάρι που ο ίδιος δεν πρόκειται να μας πει.
               Ο Χόλε δεν είναι υπερήρωας, αν και δεν λείπουν από τη σειρά οι κινηματογραφικές σκηνές καταδίωξης. Είναι ένας χαρακτήρας ανθρώπινος που τσαλακώνεται συνεχώς, ένας άνθρωπος με προβλήματα καθώς, όπως πιστεύει ο Τζο Νέσμπο «για να είναι κανείς ενδιαφέρων ήρωας πρέπει να έχει προβλήματα».[3] Πέρα από τα προβλήματα της καθημερινής του ζωής, ο Χάρι υποφέρει από εφιάλτες, που τον κρατούν ξάγρυπνο και του θυμίζουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Ένα όνειρο έρχεται και ξανάρχεται: μια θολή παιδική ανάμνηση, μια τραυματική εμπειρία που είχε με την αδερφούλα μέσα σε ένα ασανσέρ- εξού και η φοβία του για τα μεταλλικά κουβούκλια.  
               Ο Χόλε δεν είναι ο τυπικός καλός μπάτσος, αλλά ένας ανεπτυγμένος, σύνθετος χαρακτήρας που ρέπει επίμονα προς τη σκοτεινή του πλευρά. Δεν κυνηγά μόνο εγκληματίες, αλλά έχει διαπράξει ο ίδιος εγκλήματα. Η βίαιη καταδίωξη του συναδέλφου του Τομ Βόλερ στο Αστέρι του διαβόλου θα ταρακουνήσει τον αναγνώστη και θα θέσει σε δοκιμασία τη συμπάθειά του για τον ήρωα. Ο ίδιος ο Νέσμπο, σε συνεντεύξεις του, αποκαλύπτει ότι το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό για τον Χάρι και σχολιάζει ότι «δεν είναι ο τέλειος τύπος, αλλά οι προθέσεις του είναι καλές».[4]
               Οι προθέσεις του είναι καλές και όσον αφορά τις σχέσεις του με τις γυναίκες, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το εξίσου καλό. Ο ίδιος πιστεύει ότι δεν είναι «φτιαγμένος για μακροχρόνιες σχέσεις» και γι’ αυτό ίσως να φταίνε οι «δύο μακροχρόνιες αγάπες του – η διερεύνηση ανθρωποκτονιών και το αλκοόλ»[5]. Λάθος ή σωστό, αυτές οι δύο αγάπες φέρνουν τρικυμίες στη σχέση του με τη γυναίκα της ζωής του, τη Ράκελ, μια ανύπαντρη μητέρα που γνωρίζει και ερωτεύεται στον Κοκκινολαίμη και είναι παρούσα και στα επόμενα μυθιστορήματα της σειράς. Στη δεύτερη συνάντησή τους, την περιγράφει:
«Καστανά μάτια. Ψηλά ζυγωματικά. Σκούρα επιδερμίδα. Κοντά μελαχρινά μαλλιά, που πλαισίωναν ένα στενό πρόσωπο. Το χαμόγελό της φαινόταν κιόλας στα μάτια της. Το θυμόταν πως ήταν όμορφη, όχι όμως και τόσο… συναρπαστική. Ήταν η μόνη λέξη που του ήρθε στο μυαλό για να εκφράσει την έννοια: συναρπαστική[6]
Η Ράκελ είναι μια γυναίκα δυναμική. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τον αλκοολισμό του πρώην Ρώσου συζύγου της, «δεν επανέλαβε το λάθος τόσων γυναικών της αδελφότητάς της: δεν περίμενε, δε συγχώρεσε, δεν προσπάθησε να κατανοήσει· άνοιξε την πόρτα και έφυγε με τον Όλεγκ στην αγκαλιά της τη στιγμή που έπεσε το πρώτο χτύπημα».[7] Μπορεί η σχέση του Χάρι με τη Ράκελ να περνάει διάφορες διακυμάνσεις, αλλά τους ενώνει μια βαθιά αγάπη και η ισχυρή σχέση πατέρα-γιου ανάμεσα στον Χάρι και τον μικρό Όλεγκ, μια σχέση που κάνει τον Χάρι να ιδεάζεται την πιθανότητα της ζωής σε οικογένεια.
               Μια άλλη γυναίκα που κατευθύνει καθοριστικά τις κινήσεις του Χάρι είναι η φίλη και συνάδελφός του Έλεν. Η άγρια δολοφονία της Έλεν από έναν νεοναζί στον Κοκκινολαίμη, θα σημάνει την έναρξη της απελπισμένης έρευνας του Χάρι για τον ηθικό αυτουργό. Την Έλεν και τη φιλία τους θα υποκαταστήσει σε κάποιο βαθμό η νέα συνάδελφός του Μπέτε Λεν, που «κάποιοι μπορεί να την αποκαλούσαν και κουκλίτσα, αλλά αυτό μάλλον επειδή ήταν μικροκαμωμένη».[8] Η Μπέτε, χάρη στην υπερανεπτυγμένη της ατρακτοειδή έλικα, το τμήμα του εγκεφάλου που αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου, προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην επίλυση υποθέσεων, ενώ παράλληλα στέκεται δίπλα στον Χάρι σα φίλη. Ο Χάρι το εκτιμά και ας μην της το λέει τόσο συχνά και γίνεται ο επαγγελματικός μέντοράς της, μαθαίνοντάς της να εμπιστεύεται το ένστικτό της και την πρώτη αίσθηση που της αφήνει μια σκηνή εγκλήματος.
               Υπάρχουν και άλλες γυναίκες που κάνουν τη σύντομη εμφάνισή τους στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Ο Χάρι, άλλωστε, δεν είναι άγιος και συχνά υποκύπτει σε σαρκικούς πειρασμούς στα πλαίσια της επίλυσης αστυνομικών υποθέσεων. Οι γυναίκες αυτές παίζουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στον προσανατολισμό του επιθεωρητή κατά την έρευνα και επηρεάζουν συχνά καταλυτικά τις κινήσεις του και την έκβαση της υπόθεσης. Ο ένοχος συζυγοκτόνος στο Αστέρι του διαβόλου αποφαίνεται: «Η αιτία είναι πάντα μια γυναίκα. Δεν το έχεις καταλάβει;»[9].
               Στον ήρωα του Νέσμπο μπορεί να αρέσουν οι γυναίκες, ο συγγραφέας είναι όμως πολύ προσεκτικός με το ζήτημα του σεξισμού και της βίας κατά των γυναικών, η θεματική άλλωστε αυτή είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Φορείς αυτού του σεξισμού στο έργο του Νέσμπο είναι άντρες με εξουσία, όπως ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών Μπερντ Μπράντχαουγκ που καλεί τις νεαρές υφισταμένες του στην ιδιωτική του σουίτα στο ξενοδοχείο Continental- ανάμεσα σε αυτές και τη Ράκελ, με την οποία παίζει ένα παιχνίδι εκβιασμών με αντικείμενο την κηδεμονία του γιου της. Ή ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, που τρομοκρατεί τη θαρραλέα Μπέτε Λεν με τις βίαιες σεξουαλικές του απαιτήσεις.

Ρωγμές στο χτες και το σήμερα
Μπορεί οι εκάστοτε υποθέσεις που αναλαμβάνει ο Χόλε να τον στέλνουν στα πέρατα της γης, από την Αυστραλία μέχρι τη Βραζιλία και από την Αίγυπτο μέχρι την Κροατία, σταθερό σκηνικό ωστόσο της δράσης του είναι η πόλη του, το Όσλο. Ένα Όσλο που, κατά τον συγγραφέα δεν είναι πια ένα παραμυθένιο χωριουδάκι του Βορρά αλλά μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, «το τέλειο σκηνικό για ένα συγκλονιστικό θρίλερ».[10] Τον ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της πόλης, η μαφία, το trafficking, η φτώχεια, τα ναρκωτικά. Ο Λυτρωτής, για παράδειγμα, το έκτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Νέσμπο εξερευνά τον κόσμο των τοξικομανών του Όσλο και την γειτονιά του εμπορίου ναρκωτικών, την Πλάτα. Το Όσλο του Χάρι είναι η πόλη όπου η απόλυτη ευημερία συναντά την απόλυτη εξαθλίωση:
«Ένα πρεζόνι χτυπούσε με δύναμη τα πόδια του στο χιόνι και τα μάτια του τρεμοπαίζανε σαν κεριά έτοιμα να σβήσουν. Δυο νεαρά κορίτσια, πιασμένα χέρι χέρι, πέρασαν δίπλα του, με κόκκινα μάγουλα και το κεφάλι τους γεμάτο ιστορίες για αγόρια και προσδοκίες για τη ζωή που είχαν μπροστά τους.»[11]

Όταν δεν εστιάζει στα αστικά προβλήματα, ο Νέσμπο φιλοτεχνεί εικόνες μιας πόλης που αλλάζει μαζί με τις εποχές και τις κλιματικές συνθήκες. Από τον πάγο του χειμώνα στη λασπωμένη άνοιξη και στους… καύσωνες του Βορρά που συναντάμε στο Αστέρι του διαβόλου, μια εικόνα που δεν ταιριάζει με το στερεότυπο της χιονισμένης Νορβηγίας:
«Την Τρίτη η θερμοκρασία στο Όσλο έφτασε τους είκοσι εννέα βαθμούς υπό σκιά και κατά τις τρεις μετά το μεσημέρι οι περισσότεροι υπάλληλοι γραφείων κατευθύνονταν ήδη προς τις παραλίες του Χουκ και της Χβερβενμπούκτα. Σμήνη τουριστών κατέκλυζαν τα υπαίθρια ρεστοράν της αποβάθρας του Άκερ και το πάρκο Φρονιέρ, όπου λουσμένοι στον ιδρώτα τραβούσαν άρον άρον την αναγκαστική φωτογραφία του Μονόλιθου (…). Έξω από τις τουριστικές διαδρομές όλα ήταν ήσυχα και η όποια ζωή κυλούσε σε αργή κίνηση.»[12]
Μέσα από την  προβληματική του για την πόλη του Όσλο, ο Χάρι εκφράζει τη στάση και την ανησυχία του για εθνικά και διεθνή προβλήματα της πολιτικής και κοινωνικής σφαίρας. Σχολιάζει τις ταξικές διαφορές, επισκεπτόμενος τις διάφορες γειτονιές του Όσλο, τις ρωγμές του καταρρέοντος κοινωνικού κράτους, το πρόβλημα της δράσης των νεοναζί, που τοποθετεί στην καρδιά της υπόθεσης του Κοκκινολαίμη, τη βία κατά των γυναικών. Επισημαίνει τη διαφθορά της εξουσίας, αλλά και τη διαφθορά που διαβρώνει το αστυνομικό σώμα. Συμβολικοί φορείς της είναι τα ίδια πρόσωπα που ενσαρκώνουν τη σεξιστική βία, ο πολιτικός Μπερντ Μπραντχάουγκ και ο, εμπλεκόμενος σε παράνομο εμπόριο όπλων, επιθεωρητής Τομ Βόλερ.
               Το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα δεν γνωρίζει σύνορα στο χώρο. Στα μυθιστορήματά του, ο Τζο Νέσμπο σχολιάζει τη σχέση της Νορβηγίας με τις ΗΠΑ, το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, την παράνομη εξόρυξη διαμαντιών στη Μαύρη Ήπειρο, τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Παράλληλα, το συγγραφέα ενδιαφέρει πέρα από το ταξίδι στο χώρο και το ταξίδι στο χρόνο. Όπως και στο έργο του άλλου μεγάλου άντρα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, του Στιγκ Λάρσον, έτσι και στα βιβλία του Νέσμπο εκφράζεται ο σημερινός προβληματισμός των σκανδιναβικών χωρών για την επίσημη ιστορία και κυρίως για τη στάση που αυτή τηρεί σχετικά με την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον Νέσμπο είναι άλλωστε και μια προσωπική υπόθεση, καθώς στην οικογένειά του συνυπάρχουν πρόσωπα που συντάχθηκαν με τους Γερμανούς με πρώην αντιστασιακούς.
Στον Κοκκινολαίμη, αντλώντας από την ιστορία του πατέρα του, ο Τζο Νέσμπο τοποθετεί μία από τις αφηγηματικές γραμμές στα χαρακώματα του Ανατολικού Μετώπου το 1942, με πρωταγωνιστές νεαρούς Νορβηγούς εθελοντές που πολεμούν στο πλευρό των Γερμανών ναζιστών. Αφήνει να ακουστεί και η άλλη φωνή, αυτή που θυμίζει ότι «πολλοί άντρες από το μέτωπο θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους αληθινούς πατριώτες του πολέμου. Πιστεύουν πως δεδομένης της κατάστασης του κόσμου το 1940, αυτοί προασπίστηκαν τα συμφέροντα του έθνους. Θεωρούν το γεγονός ότι τους καταδικάσαμε ως προδότες μια τεράστια δικαστική παρωδία».[13] Για το Νέσμπο, η απλούστευση της ιστορίας δεν εξυπηρετεί απαραίτητα την εθνική συνοχή. Μια ειλικρινής εθνική ιστορική αφήγηση είναι καίριας σημασίας για ένα υγιές έθνος. Ο συγγραφέας προσωποποιεί την κριτική του στο πρόσωπο του μυθοπλαστικού ιστορικού Έβεν Γιούλ:
«Ένας από τους λόγους που ο Έβεν Γιούλ καθιερώθηκε τόσο γρήγορα ως ιστορικός ήταν πως, ως πρώην αντιστασιακός, ήταν το ιδανικό όργανο για να γράψει την ιστορία που οι αρχές πίστευαν ότι άξιζε η μεταπολεμική Νορβηγία. Μη λέγοντας κουβέντα για την ευρύτατη συνεργασία με τους Γερμανούς και εστιάζοντας στη μικρή αντίσταση που υπήρχε. (…)Και πέτυχε. Ο μύθος του νορβηγικού λαού που πολεμούσε ενωμένος εναντίον του ναζισμού είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα.»[14]
Με την επιλογή του να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από πολλές αφηγηματικές γραμμές, ο Νέσμπο επιδιώκει να δείξει ότι «η ιστορία είναι μια σύνθετη διαδικασία, γραμμένη στον πληθυντικό αριθμό, στην οποία γεγονότα και κίνητρα είναι συχνά θολά και τοποθετούνται σε μια γκρίζα ζώνη της ηθικής». Όπως γράφει ο Δανός Karsten Wind Meyhoff στο άρθρο του Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural:
«οι Σκανδιναβοί συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας ανακατασκευάζουν τη μνήμη και αποδομούν την ιστορία. Μας παρουσιάζουν νέες φρέσκες εικόνες του πρόσφατου παρελθόντος, κρυφές ματιές στη σύνθετη πορεία ξεχωριστών ζωών και μια κατανόηση των δυνάμεων που δίνουν μορφή στα όνειρά μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Αυτά τα μυθιστορήματα ξεκαθαρίζουν ότι το παρελθόν είναι ακόμα ενεργό στο παρόν. Το παρελθόν είναι μια καθοριστική δύναμη που δημιουργεί το χώρο στον οποίο ζούμε σήμερα.»[15]

Άσε το κακό να μπει
Ο Χάρι πίνει. Καφέ κυρίως. Και αλκοόλ, αν και αυτή είναι μια δύσκολη ιστορία. Ο καφές είναι παντού στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Οι πρωταγωνιστές πίνουν καφέ με τους υπόπτους, με τους συνεργάτες τους, με τους αγαπημένους τους ανθρώπους. Η Έλεν, το διάστημα που μοιράζονταν το γραφείο μαζί του,  κατείχε το αποκλειστικό δικαίωμα να ετοιμάζει καφέ για τον Χάρι, δικαίωμα που σιγά σιγά κέρδισε ο αντικαταστάτης της, ο Χάλβορσεν, και συμβολίζει τη στενή συντροφική σχέση των δύο διαδοχικών συνεργατών του με τον Χάρι Χόλε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Χάρι και ο Χάλβορσεν αγόρασαν από κοινού μια μηχανή του εσπρέσο «που τώρα κατείχε τιμητική θέση πάνω στη μεταλλική αρχειοθήκη, ακριβώς κάτω από το κάδρο με τη φωτογραφία μιας κοπέλας με φακίδες, η οποία καθόταν με τα πόδια ακουμπισμένα πάνω σε ένα γραφείο»[16], της Έλεν δηλαδή.
Αντίθετα από τον καφέ, το ποτό δεν είναι απλή υπόθεση για τον Χάρι. Ο αναγνώστης παρακολουθώντας τη σειρά των μυθιστορημάτων, γίνεται μάρτυρας των διαφόρων σταδίων του αλκοολισμού του πρωταγωνιστή. Στο Νέμεσις, ο Χάρι απέχει από το ποτό:
«“Έπινα και εγώ μπύρα κάποτε”, είπε ο Χάρι. Αναγκάστηκα να την κόψω.(…) Είναι η μόνη κακή συνήθεια από την οποία απαλλάχτηκα.(…) Συνέχισα να καπνίζω, να λέω ψέματα και να κρατάω κακίες.”»[17]
Ο αλκοολισμός είναι η αχίλλειος πτέρνα του Χάρι, η καταφυγή του όποτε η πραγματικότητα τον ξεπερνάει. Δεν πρόκειται όμως για μια ρομαντική αντιμετώπιση όπως εκείνη που συναντάμε στο αμερικάνικο hard-boiled μυθιστόρημα αλλά για μια ντροπιαστική αδυναμία. Οι περιγραφές των επιπτώσεων του ποτού στη φυσιολογία του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για ρομαντικές ερμηνείες:
«Από την ώρα που ξύπνησε το πρωί, ένιωθε να τον κατατρώει η βασανιστική λαχτάρα για το αλκοόλ. Πρώτα σαν ενστικτώδης οργανική ανάγκη και στη συνέχεια σαν φοβία με ενδιάμεσες κρίσεις πανικού, επειδή είχε αποκλείσει σκόπιμα τον εαυτό του από το γιατρικό. (…)Τώρα η ανάγκη του περνούσε σε νέα φάση. Ήταν κανονικός σωματικός πόνος μαζί με μια αίσθηση απόλυτου τρόμου ότι θα κατέρρεε από στιγμή σε στιγμή. Ο εχθρός μέσα του τραβούσε με μανία τις αλυσίδες του, τα σκυλιά γρύλιζαν από τον πάτο του λάκκου κάπου βαθιά στο στομάχι του, κάτω από την καρδιά του. Θεέ μου, πόσο τα μισούσε. Τα μισούσε όσο μισούσαν και αυτά εκείνον.»[18]
Όσο για το φαγητό, λίγη σημασία παίζει στην καθημερινότητα του Χόλε. Στη θέση των λουκούλλειων γευμάτων του Πέπε Καρβάλιο ή των ψαρομεζέδων που απολαμβάνει ο Επιθεωρητής Μονταλμπάνο, ο Χόλε επιβιώνει με σάντουιτς και σνακ. Και όταν επιλέγει ένα κανονικό γεύμα, μάλλον το μετανιώνει:
«Η Μάγια έφτασε με το γεύμα.
-“Μπουλέτα;”, ρώτησε ο Χάρι κοιτάζοντας τη γκρίζα μάζα κρέατος πάνω σε μια βάση από κινέζικο λάχανο και περιχυμένη με μαγιονέζα και κέτσαπ.»[19]
               Ο κόσμος του Χάρι είναι κυρίως ο κόσμος της δουλειάς του στην αστυνομία και οι άνθρωποι που συναναστρέφεται οι συνάδελφοί του. Ο Μπγιάρνε Μέλερ, ο επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, προστατεύει τον Χάρι από όσους δεν τον αντέχουν στην υπηρεσία, και ονειρεύεται μια ζωή με περισσότερη ηρεμία και λιγότερες ευθύνες, μια μετάθεση, δηλαδή, στη βροχερή πόλη του Μπέργκεν. Συχνά αναρωτιέται γιατί ανέχεται και συγχωρεί τον Χάρι αλλά τελικά παραδέχεται ότι γουστάρει «πάρα πολύ τον τσαντίλα, αλκοολικό, ξεροκέφαλο μπάσταρδο».[20] Ο συνάδελφος του Χάρι, ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, από την άλλη, είναι ένας σκοτεινός χαρακτήρας: διεφθαρμένος, νάρκισσος, σεξιστής, χωρίς ενδοιασμούς και ευαισθησίες.
Ένα πρόσωπο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο ψυχολόγος Άουνε, που συνδράμει την αστυνομία όποτε στην υπόθεση εμφανίζεται κάποιο δύσκολο ψυχιατρικό φαινόμενο. Ο Χάρι τον εμπιστεύεται και ακολουθεί τις συμβουλές του, εκτός από όταν έχουν να κάνουν με το δικό του πρόβλημα με το αλκοόλ. Ο ρόλος του Άουνε είναι πολύ σημαντικός γιατί παρέχει τα εργαλεία για την κατανόηση του εγκλήματος, του κακού, κάτι που είναι και η βασική προβληματική των μυθιστορημάτων του Τζο Νέσμπο και γενικότερα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Επιπλέον, στην αστυνομική λογοτεχνία των χωρών της Σκανδιναβίας, το έγκλημα έχει πολύ συχνά να κάνει με έναν κατά συρροή δολοφόνο- σε αντίθεση με την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή της Νότιας Ευρώπης όπου το έγκλημα είναι κατά κύριο λόγο πολιτικής φύσεως, έχει να κάνει με τη Μαφία ή με οικονομικά κίνητρα. Ο Άουνε είναι εκεί για να δώσει στους χαρακτήρες και στον αναγνώστη το επιστημονικό υπόβαθρο για το εκάστοτε ψυχιατρικό φαινόμενο που φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα του κακού. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Νέσμπο σε μια σχετική ερώτηση σε συνέντευξη:
«Στην πραγματικότητα, κανείς στη Σκανδιναβία δεν έχει ανάγκη να σκοτώσει για χρήματα, το πιο προφανές κίνητρο. Μπορούμε να το προσπεράσουμε. Δεν χρειάζεται να σκοτώσεις κάποιον για να κερδίσεις ένα εκατομμύριο κορώνες. Και σχεδόν κανείς δεν το κάνει. Έχεις, έπειτα, προσωπικά κίνητρα, όπως η ζήλεια, που είναι συχνά προφανή σε όλους και καταλήγουν σε μη προμελετημένα εγκλήματα. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου και να δουλέψεις με το κίνητρο.»[21]
Πέρα από τον Χάρι Χόλε, τους περιφερειακούς χαρακτήρες, την περιγραφή του Όσλο, τον προβληματισμό για καίρια πολιτικοκοινωνικά ζητήματα, είναι κάτι άλλο που συναρπάζει τους αναγνώστες του Τζο Νέσμπο: η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα και η νέα πνοή που δίνει στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Τα έργα του θυμίζουν συμφωνική ορχήστρα, καθώς η κάθε υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από πολλαπλές αφηγηματικές φωνές και οπτικές. Ο κάθε χαρακτήρας του Νέσμπο, όσο δευτερεύων και αν είναι ο ρόλος του, έχει δικαίωμα σε ένα περίτεχνο πορτρέτο που τον ζωντανεύει για λίγες τουλάχιστον σελίδες. Η υπάλληλος της ρεσεψιόν που θα εξυπηρετήσει έναν επίδοξο δολοφόνο, οι λεσβίες γειτόνισσες του θύματος, ο μουσουλμάνος παντοπώλης, το κάθε μυθιστόρημα είναι μια πινακοθήκη καθημερινών και όχι τόσο καθημερινών προσώπων.
Η αρχιτεκτονική των μυθιστορημάτων, ο χωρισμός τους σε κεφάλαια και μέρη, που φέρουν συμβολικούς τίτλους, είναι ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να σχολιαστεί. Παράλληλα, η σειρά κερδίζει το στοίχημα της συνοχής. Ως συνεκτικό εργαλείο λειτουργεί η περιστασιακή υπενθύμιση προηγούμενων υποθέσεων που έχει αναλάβει ο Χάρι, ενώ στο φόντο της κάθε υπόθεσης βρίσκονται πάντα οι εξελίξεις της επαγγελματικής ζωής του ήρωα και η σχέση του με τη Ράκελ και το φάρμακό του, το ποτό. Ας κλείσουμε αυτή την πρώτη αποτίμηση του έργου του Νέσμπο με μια φράση του Barry Forshaw:
«για όσους πιστεύουν ότι η προσωπική ευθύνη, οι ρωγμές του κοινωνικού κράτους και τα προβλήματα της πατρότητας έχουν θέση στην αστυνομική λογοτεχνία, ο Τζό Νέσμπο είναι ο συγγραφέας της επιλογής τους».[22]

Ελένη Παπαγεωργίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιδικό The Books' Journal- τεύχος Ιουνίου 2012)

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟ ΝΕΣΜΠΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Τζο Νέσμπο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008, σελ. 640
Τζο Νέσμπο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011, σελ. 569
Τζο Νέσμπο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011, σελ. 527
Τζο Νέσμπο. Ο λυτρωτής. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2012, σελ. 582


[1] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. Basingstoke και Νέα Υόρκη, 2012. σ. 2
[2] Από την επίσημη ιστοσελίδα του Τζο Νέσμπο (www.jonesbo.com). Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων από συνεντεύξεις και άλλο υλικό της ιστοσελίδας που παρεμβάλλονται σε αυτό το άρθρο είναι της γράφουσας. Στο εξής, για ό,τι προέρχεται από την ιστοσελίδα, θα σημειώνουμε www.jonesbo.com.
[3] www.jonesbo.com
[4] www.jonesbo.com
[5] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011. σ. 88
[6] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008. σ. 331
[7] ό.π., σ. 384
[8] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 31
[9] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011. σ. 259
[10] www.jonesbo.com
[11] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 156
[12] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 73
[13] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 260
[14] ό.π., σ. 551
[15] Wind Meyhoff, Karsten. “Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural”. Scandinavian Crime Fiction. Επιμ. Andrew Nestingen και Paula Arvas. Cardiff: University of Wales Press, 2011. σ. 71
[16] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 24
[17] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 230
[18] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 154
[19] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 174
[20] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 77
[21] www.jonesbo.com
[22] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. ό.π., σ. 107

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Καίγοντας βιβλία στη Βαρκελώνη

Όταν σήμερα μιλάμε για πολιτικό ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, πρόκειται σχεδόν πάντα για ένα μυθιστόρημα αστυνομικό. Φαίνεται ότι η φόρμα έχει πλέον αναπτύξει όλα τα απαραίτητα εργαλεία για το σχολιασμό της σύνθετης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία σε επίτομη έκδοση τριών από τα κορυφαία μυθιστορήματα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, επιστρέφουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και στο έργο ενός από  τους κορυφαίους εκπροσώπους του είδους.

Το σημείο καμπής για την ανάδειξη μιας αυθεντικής λογοτεχνικής φωνής εκ μέρους εκείνων των Ισπανών συγγραφέων που πειραματίστηκαν με το είδος  της αστυνομικής λογοτεχνίας ήταν η περίοδος της μετάβασης στη δημοκρατία μετά τη λήξη του φρανκικού καθεστώτος, περίοδος γνωστή και ως transición, μια εποχή έντονων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών αλλαγών. Ο José Colmeiro, στην εκτενή του μελέτη για την αστυνομική λογοτεχνία της Ισπανίας, θεωρεί ότι η συλλογική συνείδηση της ζωής σε μια νεογέννητη δημοκρατική και δυτική κοινωνία με πρωτόγνωρα προβλήματα και αξίες, σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης που αντικατέστησε τη λογοκρισία, ευνόησαν τη γέννηση νέων μορφών έκφρασης.[i] Η ανάκυψη της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ισπανία τη δεκαετία του 1970 δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το είδος δεν ήταν γνωστό και δόκιμο στη χώρα πρωτύτερα. Ωστόσο, η επαναφορά της δημοκρατίας σήμανε τη γέννηση μίας νέας λογοτεχνίας στη βάση της καθιερωμένης φόρμουλας του αστυνομικού αφηγήματος.

Για τον Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν (1939-2003), τον πατέρα της νέας ισπανικής αστυνομικής λογοτεχνίας, το ενδιαφέρον των σύγχρονών του συγγραφέων για τη νέα αυτή φόρμα έχει τη ρίζα του στην ολοένα μεγαλύτερη ταύτιση της Ισπανίας με τα άλλα δυτικά νεοκαπιταλιστικά κράτη κατά τη δεκαετία του 1960. Ο Μονταλμπάν εξηγεί:

«Και τότε οι κανόνες του παιχνιδιού σχετικά με τη διπλή αλήθεια της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τη διπλή αλήθεια, τη διπλή ηθική, τις διπλές λογιστικές μεθόδους, έδειχναν ήδη σημάδια του πόσο λεπτή είναι η γραμμή μεταξύ της πολιτικής και του εγκλήματος.»[ii]

Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της ισπανικής αστυνομικής λογοτεχνίας και της σύγχρονης πολιτικής επικαιρότητας. Πόσο μάλλον όταν οι περισσότεροι συγγραφείς της πρώτης εκείνης γενιάς είχαν ως κοινό γνώρισμα ένα ενεργό πολιτικό παρελθόν και παρόν στην αριστερά, θυμίζοντας το παράδειγμα του γαλλικού neo-polar κινήματος, ενός ρεύματος έντονα πολιτικοποιημένης αστυνομικής λογοτεχνίας που προέκυψε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αυτοί οι αριστεροί ακτιβιστές βρήκαν στην αστυνομική λογοτεχνία ένα όχημα για να εκφράσουν τις ελπίδες και τις προσδοκίες τους από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Ισπανία. Λίγο αργότερα, μετά τη νίκη των σοσιαλιστών το 1982, η απομυθοποίηση και η απογοήτευση πήραν τη θέση της ελπίδας στα γραπτά τους.

Ο κανόνας της ηθικής αμφισημίας

Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν δημοσίευσε το πρώτο μυθιστόρημα της διάσημης σειράς Πέπε Καρβάλιο το 1974, με τον τίτλο Tatuaje (Τατουάζ)[iii]. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο, είχε κάνει την παρθενική του εμφάνιση δύο χρόνια νωρίτερα, το 1972, στο μυθιστόρημα Εγώ σκότωσα τον Κένεντι (Yo maté a Kennedy), το βιβλίο όμως δεν αποτελεί μέρος της σειράς, αλλά αυτοτελές έργο. Ο ντετέκτιβ του Μονταλμπάν εξελίσσεται, καθώς στη σειρά προστίθενται νέοι τόμοι, σε έναν πλήρως ανεπτυγμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Όπως γράφει η Susana Bayó Belenguer σε μια μελέτη για το έργο του συγγραφέα:

«Ενώ ο τυπικός ντετέκτιβ της hard-boiled σχολής παρουσιάζεται στον αναγνώστη ήδη ολοκληρωμένος, ο Βάθκεθ Μονταλμπάν αντιμετωπίζει το είδος με έναν τρόπο που σχετίζεται περισσότερο με την παραδοσιακή λογοτεχνία. Ο Καρβάλιο αποκαλύπτει αποσπάσματα της βιογραφίας του, ξεσκεπάζει τους φόβους και τα συναισθήματά του, τα απωθημένα και τις εμμονές του, γερνάει και αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου.»[iv]

Παρά τις αλλαγές που επηρεάζουν τα συναισθήματα του ντετέκτιβ και την κοσμοθεωρία του κατά την εξέλιξη της σειράς, ο Πέπε Καρβάλιο κατά βάση απεικονίζεται σαν «ένας κλασικός σκληρός (hard-boiled) ντετέκτιβ, τρυφερός όμως κατά βάθος».[v] Συνειδητά επιλέγει για τον εαυτό του μια μοναχική ζωή και παλεύει απελπισμένα να παραμείνει ανεξάρτητος. Συνεχώς, όμως, ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιλογή της μοναξιάς και τη συναισθηματική του προσκόλληση σε ανθρώπους. Δηλώνει με σιγουριά ότι «εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής»,[vi]ο ίδιος, ωστόσο, χρεώνεται μία αμφιλεγόμενη ηθική. Στις Θάλασσες του Νότου, ο Μονταλμπάν βάζει τον ήρωά του να παρευρίσκεται σε ένα στρογγυλό τραπέζι για το νουάρ μυθιστόρημα. Το συμπέρασμα του Καρβάλιο είναι ότι: «Ηθική αμφισημία. Ηθική αμφισημία. Εδώ βρίσκεται το κλειδί του μυθιστορήματος νουάρ. Μέσα σε αυτή την αμφισημία κολυμπάνε ήρωες όπως ο Μάρλοου ή ο Άρτσερ ή ο πράκτορας της Κοντινεντάλ».[vii]

Ο Καρβάλιο, όχι μόνο δρα με τον πιο ανήθικο τρόπο για να λύσει τις υποθέσεις που αναλαμβάνει, αλλά και η δικιά του καθημερινότητα και ο τρόπος ζωής του χαρακτηρίζονται από μια βαθιά έλλειψη ηθικής. Για παράδειγμα, η σύντροφός του, η Τσάρο, είναι μια ακριβή πόρνη, ενώ ο υπάλληλός του, o Μπισκουτέρ, είναι μια γνωριμία από τον καιρό που ο ντετέκτιβ πέρασε στη φυλακή. Χάρη στους περιθωριακούς του φίλους, ο Καρβάλιο αποκτά, βέβαια, «άμεση πρόσβαση σε πολλές όψεις της Βαρκελώνης που δεν αποκαλύπτονται σε όλους, μια ακτινογραφία του υπεδάφους της πόλης, του “barrio chino”».[viii] Ωστόσο, ο Young, σχολιάζοντας το έργο του Μονταλμπάν, στέκεται σε μια σκοτεινότερη άποψη της ανάμειξης του πρωταγωνιστή με τον υπόκοσμο της Βαρκελώνης. Στη σειρά, υποστηρίζει, «οι μη-συμβατικοί χαρακτήρες σπάνια υπάρχουν πέρα από μια ιεραρχία τύπου εξουσιαστή/υποταγμένου».[ix] Η Τσάρο φαίνεται να εξαρτάται από τις αλλαγές στη διάθεση του Καρβάλιο και τις μονομερείς του αποφάσεις σχετικά με τη σχέση τους. Ο Μπρομούρο, ο πληροφοριοδότης του Καρβάλιο, προσφέρει τις υπηρεσίες του καθώς του καθαρίζει τα παπούτσια, ενώ ο Μπισκουτέρ είναι μάλλον μπάτλερ παρά βοηθός.

Μόνο εμπόδιο σε αυτή την ηθική στάση στέκεται η μέγιστη δέσμευση που του επιβάλλει η δουλειά του ως ιδιωτικού ερευνητή: αφοσίωση στον πελάτη, έως ότου να λυθεί η υπόθεση και να εισπραχθεί η αμοιβή. Το επάγγελμα του ντετέκτιβ είναι για τον Καρβάλιο «ένας ρόλος που ενδύεται και αποδύεται κατά τη θέλησή του»,[x] τίποτα περισσότερο από μία δουλειά που του παρέχει μιαν άνετη ζωή. Όταν ερωτάται για τα κίνητρά του, επιμένει ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αμοιβή του. Παρόλ’ αυτά, μερικές υποθέσεις τον ελκύουν περισσότερο από άλλες. Οι μέθοδοί του είναι συχνά αμφιλεγόμενες. Ο Μονταλμπάν αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της ερευνητικής μεθόδου της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας ή την ενεργή ανάμειξη του ντετέκτιβ, που συνηθίζεται στην hard-boiled αστυνομική λογοτεχνία. Ο Πέπε Καρβάλιο οδηγείται στη λύση του μυστηρίου χάρη σε κάποιο ατύχημα, ακολουθώντας το ένστικτό του, ή, ακόμα, εμπνεόμενος από κάποιο λογοτεχνικό απόσπασμα ή από τους στίχους κάποιου τραγουδιού.[xi]

Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, μέσω συχνών διακειμενικών αναφορών σε διάσημους κινηματογραφικούς και λογοτεχνικούς ντετέκτιβ, παρωδεί τα μοτίβα της hard-boiled παράδοσης. Έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε πώς χειρίζεται τα τικ του χαρακτήρα του ντετέκτιβ:

«Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Καρβάλιο, με την υπερβολική αφοσίωσή του στη γαστρονομία και την καύση βιβλίων, είναι μια τραβηγμένη σάτιρα του παραδοσιακού χαρακτηρισμού των ντετέκτιβ μέσω κάποιου μοναδικού χαρακτηριστικού τους, το οποίο υποτίθεται ότι τους εξανθρωπίζει.» [xii]

Σχετικά με τη συνήθεια του Καρβάλιο να καίει βιβλία, ο Μονταλμπάν βρίσκει σε αυτές τις σκηνές μια εξαιρετική ευκαιρία για να αναφερθεί σε λογοτεχνικά έργα ή κοινωνικοπολιτικά δοκίμια, σχολιάζοντάς τα με κριτική ματιά. Επίσης, όπως υποστηρίζει ο Colmeiro, η ιεροτελεστία της καύσης των βιβλίων και των περιοδικών στο σπίτι του ήρωα στην Vallvidrera είναι ένα σύμβολο της ρήξης του με την ήδη καθιερωμένη λογοτεχνία της vanguardia όπως και με την κανονιστική λογοτεχνία.[xiii] Ακόμα και ο ίδιος ο Καρβάλιο, στο Τατουάζ, παραδέχεται την αμφιθυμία του:

«Έσπρωξε το ανοιχτό βιβλίο κάτω από τα κούτσουρα στο τζάκι. Καθώς το άναβε, ένιωσε πάλι διχασμένος: από τη μία, δεν του άρεσε να βλέπει το βιβλίο να καίγεται, από την άλλη, ανυπομονούσε να δει τις φλόγες να φουντώνουν και να το μεταμορφώνουν σε ένα σωρό σβησμένων λέξεων.»

Όσο για την εμμονή του ντετέκτιβ με τη γαστρονομία, λειτουργεί ως υποκατάστατο της συζήτησης για πιο σοβαρά πολιτικοκοινωνικά θέματα. Σε κάποιο σημείο, ο Μονταλμπάν γράφει για τον πρωταγωνιστή του ότι «ο μοναδικός του πατριωτισμός ήταν γαστρονομικός»[xiv]. Στην πραγματικότητα, ο Πέπε Καρβάλιο είναι αποστασιοποιημένος όχι μόνο από τον πατριωτισμό αλλά και από την πολιτική. Από το ένα μυθιστόρημα στο επόμενο, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι όλο και πιο απογοητευμένος από την πολιτική και την κοινωνία. Στο μυθιστόρημα Ο ελληνικός λαβύρινθος (1992), η δράση τοποθετείται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης του 1992. Ο ντετέκτιβ είναι εξοργισμένος με την ανάμειξη ορισμένων πρώην κομμουνιστών στη βιομηχανία των Ολυμπιακών. Αναφωνεί: «Από τη Σιέρα Μαέστρα στην Ολυμπία. Από τη “Μεγάλη Πορεία” στα πενήντα χιλιάδες μέτρα δρόμο».[xv] Ο ίδιος, προτιμάει να μην ανακατεύεται καθόλου, φτάνοντας στο άλλο άκρο: «Δεν είμαι ούτε καν ουδέτερος. Είμαι χοντρόπετσος» αναγγέλλει ο Καρβάλιο στο Τατουάζ.

Παρά την κραυγαλέα απάθεια του ντετέκτιβ προς την πολιτική, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ομολογεί ότι δημιούργησε τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του Καρβάλιο, πρώτα από όλα, ως ένα εργαλείο για να επιτύχει τον στόχο που έθεσε, λύνοντας παράλληλα το πρόβλημα της οπτικής γωνίας.[xvi] Ο στόχος αυτός είναι η καταγραφή της εικόνας της κοινωνίας μέσα από τα μάτια ενός περιθωριακού χαρακτήρα, που θα μπορεί να κινείται ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, μετατρέποντας έτσι το είδος του αστυνομικού αφηγήματος σε ένα εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας.[xvii] Ο συγγραφέας βρήκε στην αστυνομική λογοτεχνία τον ιδανικό τρόπο για να διαπραγματευτεί όσα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα τον ενδιαφέρουν.

Όσο για τη μέθοδο που χρησιμοποιείται στην αστυνομική λογοτεχνία προκειμένου να θιγούν πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, ο Georges Tyras στο άρθρο του “Le noir espagnol: postmodernité et écriture du consensus”, υποστηρίζει ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι στην πραγματικότητα μία πιο αναλυτική και πιο λογοτεχνική εκδοχή της δημοσιογραφικής έρευνας.[xviii] Αυτό συμβαίνει και στα έργα του Μονταλμπάν στα οποία ο συγγραφέας σχολιάζει πολυάριθμα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της επικαιρότητας: από τις πρόσφατες εθνικές εκλογές και τη δράση της ΕΤΑ μέχρι τα σκάνδαλα γύρω από την κατασκευή οικιστικών συγκροτημάτων στη Βαρκελώνη. Η ισπανική αστυνομία είναι ένας ακόμα σταθερός στόχος της κριτικής του συγγραφέα, μάλιστα η αστυνομία χρησιμοποιείται στα μυθιστορήματα ως σύμβολο του φρανκικού παρελθόντος. Η Susana Bayó Belenguer γράφει σχετικά με την αναπαράσταση της αστυνομίας:

«Η αστυνομική δύναμη αντιπροσωπεύει την εξουσία και τη δύναμη μια κοινωνικής τάξης που ο ντετέκτιβ απορρίπτει, και η σχέση μεταξύ τους είναι, αν όχι μια μικρογραφία της πάλης των τάξεων, τουλάχιστον μια αναπαραγωγή του παραδοσιακού παιχνιδιού αφέντη-σκλάβου (…) Η ένταση μεταξύ της αστυνομίας και του ντετέκτιβ μεταβάλλεται σε μια σταθερή υπενθύμιση της φρανκικής καταπίεσης και του παρελθόντος της μετάβασης στη δημοκρατία.»[xix]



Η πόλη που πληγώναμε

Ένα από τα ζητήματα της επικαιρότητας που αγγίζει ο Μονταλμπάν στη σειρά είναι η προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης του 1992. Όπως, άλλωστε, γράφει στο Ο ελληνικός λαβύρινθος «κάθε Ολυμπιάδα έχει τη σκιά της και στη σκιά κάθε Ολυμπιάδας κερδίζεις ή χάνεις χρήμα».[xx] Πέρα από τη σκληρή κριτική για την ύποπτη συμμετοχή πρώην αριστερών αγωνιστών στην οργάνωση των Αγώνων, ο Πέπε Καρβάλιο ανησυχεί για τη βίαιη μεταμόρφωση της πόλης πριν από τους Αγώνες. Φοβάται ότι η Βαρκελώνη της επόμενης μέρας θα είναι μια άλλη πόλη, μια πόλη σχεδιασμένη για επίδοξους τουρίστες και όχι για τους κατοίκους της. Στο Ο ελληνικός λαβύρινθος, το μυθιστόρημα όπου η θεματική των Ολυμπιακών Αγώνων κυριαρχεί, ο Καρβάλιο εκφράζει την ανησυχία του, καθώς περιφέρεται σε μια Βαρκελώνη που αλλάζει συνεχώς:

«Περπάτησε στα σοκάκια που είχαν εγκαταλειφθεί στην άχρηστη ιστορία τους, προς αναζήτηση της πόλης που είχε ανακαινιστεί για να λειτουργήσει ως ολυμπιακή βιτρίνα. Ο καθεδρικός ναός ξεπρόβαλε, αν και από μακριά, πάνω από τα έργα ενός υπόγειου χώρου στάθμευσης, που θα επέτρεπε την αύξηση του αριθμού των Γιαπωνέζων που θα τον επισκέπτονταν μέχρι το 2000. “Σας ζητούμε συγνώμη για την ενόχληση. Εργαζόμαστε για εσάς. Barcelona posat guapa. Barcelona més que mai”. Όλος ο κόσμος έδειχνε να είναι περαστικός, η ίδια η πόλη ήταν περαστική,  ανάμεσα σε ένα παρελθόν γνωστό και ένα μέλλον χωρίς συγκεκριμένα όρια.»[xxi]

Ο Πέπε Καρβάλιο θεωρεί τη Βαρκελώνη κομμάτι του εαυτού του. Συχνά περπατά για ώρες άσκοπα στο κέντρο της πόλης, ένας σύγχρονος flâneur. Για τον Ralph Willet, ο flâneur, όπως παρουσιάζεται στη hard-boiled λογοτεχνία, είναι «κάποιος που ακούει, ψάχνει και πάνω απ’ όλα (…) βλέπει και αποκρυπτογραφεί τα σημαίνοντα αυτού του λαβυρίνθου κατοικημένων χώρων και οικοδομημάτων που αποτελούν τη σύγχρονη μητρόπολη- παράξενη και απειλητική αλλά ταυτόχρονα εθιστική».[xxii] Στις περιγραφές των περιπάτων του στο κέντρο της Καταλανικής πρωτεύουσας., το όμορφο και το άσχημο, η χαρά και η λύπη, η αρετή και η διαφθορά συνυπάρχουν. Με αυτόν τον τρόπο, ο ντετέκτιβ αποκαλύπτει τη διπλή φύση της πόλης. Σε ένα απόσπασμα από το Οι θάλασσες του Νότου:

«Δίπλα στο παράπηγμα που πουλούσαν εισιτήρια για τις γκολοντρίνας, ήταν πεσμένο ένα κουρελιάρικο και βρώμικο κορίτσι μ’ ένα μισοκοιμισμένο βυζανιάρικο μωρό. (…) Ζητιάνοι, άνεργοι, οπαδοί του Μικρού Ιησού και της πανάγιας μητέρας που τον γέννησε. Η πόλη έμοιαζε να έχει πλημμυρίσει από ανθρώπους που είχαν δραπετεύσει απ’ όλα και απ’ όλους.»[xxiii]

Ο Καρβάλιο είναι αυτό που ο Ralph Willet, θεωρητικός της αστυνομικής λογοτεχνίας, καλεί φιλόσοφο-περιπατητή, κάποιος που κινείται αν άμεσα στις  μοντέρνες αστικές απολαύσεις, κρατώντας ωστόσο μια απόσταση, που αισθητικοποιεί την πόλη και την θεωρεί σαν γνήσιο θέαμα».[xxiv] O Ralph Willet προσθέτει ότι στη hard-boiled λογοτεχνία «αυτή η αναζήτηση οπτικής κατανόησης έχει μια διαφορετική σημασία» καθώς «η λύση του εγκλήματος προκαλεί την αναγνώριση της διπλής πραγματικότητας και της διαφθοράς, κάνοντας διάφανη την κοινωνική μορφολογία της φανταστικής πόλης».[xxv]Αυτό γίνεται φανερό στο τέλος του Οι θάλασσες του Νότου, όταν, μετά την επιστροφή του στο σπίτι στην Vallvidrera και αφού έχει βρει το σκύλο του δολοφονημένο, ο Καρβάλιο στρέφει την οργή του στην πόλη:

«Ατενίζοντας τη φωτισμένη πόλη, φώναξε:

-Παλιοπούστηδες! Παλιοπούστηδες!»[xxvi]

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η τελευταία σκηνή του Ο ελληνικός λαβύρινθος. Ο Καρβάλιο περπατά προς το λιμάνι, λίγο μετά την ανάγνωση του αποχαιρετιστήριου γράμματος της Τσάρο. Εκεί, «πάνω στα βρόμικα νερά, τα γεμάτα κηλίδες από λάδια και από υπολείμματα από ανάξια ναυάγια», φαντάζεται ότι βλέπει να επιπλέει το σώμα της Κλερ, της γυναίκας που ερωτεύτηκε. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι είναι παραίσθηση. Τώρα πια βλέπει μόνο «το νερό, σαν βρόμικο γυαλί, και τα βαριά σκαριά των πλοίων, τόσο βαριά που φάνταζαν πέτρινα».[xxvii]Η βρωμιά της πόλης κατηφορίζει προς τη θάλασσα, μολύνοντας το νερό, σύμβολο της καθαρότητας και της ζωής, με σκουπίδια και θάνατο.



Φιλοσοφώντας την απόλαυση

Η Βαρκελώνη μπορεί να είναι μια πόλη αμφιλεγόμενης ηθικής, κυριευμένη από το έγκλημα και το θάνατο, αλλά είναι την ίδια στιγμή μια πόλη όπου μπορείς να φας και να πιείς καλά. Ο Μονταλμπάν δεν αγνοεί αυτή την όψη της και ενσωματώνει στα μυθιστορήματά του πολυάριθμες και μακροσκελείς περιγραφές των επισκέψεων του Καρβάλιο σε εστιατόρια και μπαρ, όπως και της προετοιμασίας σύνθετων πιάτων από τον ίδιο τον ντετέκτιβ.  Ο Καρβάλιο είναι ένας πραγματικός γαστρονόμος και έχει αναπτύξει μια ολόκληρη φιλοσοφία γύρω από το φαγητό. Η ενσωμάτωση συνταγών στην αφήγηση παίζει διπλό ρόλο: αφενός, είναι μια αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου, ένας τρόπος να αναπαρασταθεί το μυθοπλαστικό σύμπαν της σειράς των μυθιστορημάτων προσθέτοντας λίγο τοπικό χρώμα, αφετέρου, οι συνταγές λειτουργούν σαν να είναι κομμάτια ενός βιβλίου συνταγών.[xxviii] Επίσης, τα γαστρονομικά αποσπάσματα αναλαμβάνουν το ρόλο ενός επιβραδυντικού μηχανισμού της ανάπτυξης της ιστορίας, βοηθώντας έτσι να διατηρηθεί το σασπένς.[xxix] Η επιβράδυνση της δράσης δεν ωφελεί μόνο τον αναγνώστη, αλλά και τον πρωταγωνιστή. Καθώς απολαμβάνει ένα γεύμα σε ένα εστιατόριο ή μαγειρεύει στην κουζίνα του, ο Καρβάλιο βρίσκει την έμπνευση που χρειάζεται για να λυθεί η υπόθεση που ερευνά.

Επιπλέον, «η μαγειρική λειτουργεί ως μια αθώα εκτόνωση της συσσωρευμένης επιθετικότητας και ως συμβολική ανακατασκευή της βίας της εγκληματικής υπόθεσης με έναν τρόπο δεισιδαιμονικού και μακάβριου εξορκισμού που διπλασιάζει τις συνθήκες του θανάτου του θύματος.»[xxx]Το παράδειγμα εντοπίζεται στο ξεκίνημα του Τατουάζ, του πρώτου μυθιστορήματος της σειράς, όταν ο Καρβάλιο, αφού του ζητείται να αναλάβει την υπόθεση ενός άντρα που βρίσκεται νεκρός στη θάλασσα με το πρόσωπό του φαγωμένο από τα ψάρια, μαγειρεύει ένα σύνθετο πιάτο από πεσκανδρίτσα, μπακαλιάρο, κυδώνια, μύδια και γαρίδες.

Για τον Πέπε Καρβάλιο, όπως δηλώνει στο Τατουάζ, «το σεξ και το φαγητό είναι τα δύο πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή». Είναι αλήθεια ότι το σεξ και ο αισθησιασμός έχουν μια ξεχωριστή θέση στα μυθιστορήματα του Μονταλμπάν. Στον Καρβάλιο αρέσουν οι γυναίκες και οι γυναίκες, με τη σειρά τους, φαίνεται να ελκύονται από αυτόν. Ωστόσο, ο ντετέκτιβ δεν είναι ελεύθερος, αλλά έχει μια μακροχρόνια σχέση με την Τσάρο, μια ώριμη πόρνη του Barrio Chino, μιας κακόφημης περιοχής του κέντρου της Βαρκελώνης. Κανείς τους δεν αποφασίζει να επισημοποιήσει τη σχέση. Η Τσάρο συνεχίζει να δουλεύει ως ιερόδουλη και ο Καρβάλιο διστάζει να της ζητήσει να παντρευτούνε. Όμως, «παρά τον πραγματισμό και την οικονομική ανεξαρτησία της, η Τσάρο φαίνεται να είναι εξαιρετικά εξαρτημένη από τον Καρβάλιο για την ερωτική της ικανοποίηση και τη συναισθηματική της ολοκλήρωση και να φέρεται σαν να είναι παιδί όταν εκείνος είναι παρών».[xxxi] Από τη μεριά του, ο Καρβάλιο, σαν για να τιμωρήσει την Τσάρο για την επιμονή της να εξασκεί το επάγγελμά της, συνηθίζει να εξαφανίζεται για μέρες και να ξεκινάει παράλληλες σχέσεις με άλλες γυναίκες. Σύντομα, όταν η περιέργεια και το πάθος του έχουν ικανοποιηθεί, επιστρέφει στην πιστή του ερωμένη.

Η σταθερή σχέση του Καρβάλιο με την Τσάρο φαίνεται να απειλείται όντως στο Ο ελληνικός λαβύρινθος, όπου ερωτεύεται μια χίμαιρα, την Κλερ και δίνει την εντύπωση να έχει χάσει το δρόμο της επιστροφής του στην Τσάρο. Μια μυστηριώδης γυναίκα, δανεισμένη από κάποια κλασική ταινία του Hollywood, η Κλερ συγκλονίζει τον Καρβάλιο. Στην πρώτη τους συνάντηση, ο ντετέκτιβ ζει ένα συναισθηματικό και φυσικό σοκ. Παρά την αθώα και γοητευτική της εμφάνιση, η Κλερ είναι μια επικίνδυνη γυναίκα, μια femme fatale. Δεν πρέπει να εκπλήσσεται, επομένως, ο αναγνώστης που, όταν αποκαλύπτεται ότι η εκείνη είναι ο δολοφόνος υπό αναζήτηση, ο Καρβάλιο εύγλωττα συμπεραίνει: «Υπάρχουν γυναίκες που ρουφάνε σαν νεροχύτης».[xxxii]

Η κατασκευή του χαρακτήρα της Κλερ ως femme fatale είναι μόνο ένα πειστήριο στο επιχείρημα ότι ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, όταν κατασκεύασε τον μυθοπλαστικό κόσμο της σειράς, συνειδητά χρησιμοποίησε πολλά από τα μοτίβα της παράδοσης του hard-boiled. Η τοποθέτηση των έργων του, όμως, στο είδος της hard-boiled αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είναι αρκετή. O Colmeiro υποστηρίζει ότι τα μοτίβα του είδους   λειτουργούν ως ραχοκοκαλιά του έργου ή αλλιώς ως ενωτικό στοιχείο των διαφόρων υλικών που χτίζουν το μοναδικό σύνολο που είναι το κάθε μυθιστόρημα της σειράς.[xxxiii] Για το συγγραφέα, τα έγκλημα είναι μια μόνο από τις διαστάσεις των μυθιστορημάτων του. Με άλλα λόγια,   ο Μονταλμπάν καρπώνεται κάποια στοιχεία της αστυνομικής λογοτεχνίας που υπηρετούν το σκοπό του «να κατασκευάσει ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι μέσα από τα κοινωνικοπολιτικό, πολιτιστικό, αισθητικό και ηθικό τοπίο, από την εποχή του Φράνκο στην μετάβαση στη δημοκρατία και στα χρόνια των σοσιαλιστών».[xxxiv] Γράφοντας τη σειρά Καρβάλιο, δηλαδή, ο Μονταλμπάν πειραματίζεται με μια δημοφιλή φόρμα γραφής με σκοπό να γράψει ένα μυθιστορηματικό χρονικό της σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας. Το πείραμα αποδεικνύεται πετυχημένο, όπως φάνηκε όχι μόνο από την επιτυχία της σειράς στην Ισπανία και όπου αλλού έχει μεταφραστεί αλλά και από την βαθιά του επιρροή σε πολλούς άλλους συγγραφείς της περιοχής της Μεσογείου που βρήκαν στον Μονταλμπάν τον πατέρα μιας νέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα σε αυτούς και ο δικός μας Πέτρος Μάρκαρης, ο οποίος στις αρχές Φεβρουαρίου 2012 βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Δήμου της Βαρκελώνης BCNegre με το βραβείο που φέρει το όνομα του Pepe Carvalho- ποιανού άλλου;΄
Ελένη Παπαγεωργίου
(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο The Books' Journal, τεύχος Φεβρουαρίου 2012)




[i]Colmeiro, José F. La novela policiaca española. Teoría e historia crítica. Barcelona: Anthropos, 1994. σ. 167
[ii]Tyras, Georges. “Le roman policier ou le sous-sol de la société. Entretien avec Manuel Vázquez Montalbán”. Mouvements 15/16 (2001).σ. 112
[iii]Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Σε αυτό το άρθρο ο τίτλος θα αποδοθεί στα ελληνικά ως Τατουάζ. Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων είναι της αρθρογράφου.
[iv]Bayó Belenguer, Susana. “Montalbán’s Carvalho Series as Social Critique”. Crime Scenes. Detective Narratives in European Culture since 1945. Επίμ.Anne Mullen και Emer O’Beirne. Amsterdam και Atlanta, GA: Rodopi, 2000. σ. 303
[v] Walsh, Anne L. “Questions of Identity: An Exploration of Spanish Detective Fiction”. Investigating Identities. Questions of Identity in Contemporary International Crime Fiction. Επίμ. Marieke Krajenbrink και Kate M. Quinn. Amsterdam και New York: Rodopi, 2009. σ. 60
[vi]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. Η Βαρκελώνη του Μανόλο. Μτρφ. Βέρα Δαμόφλη. Αθήνα: Μεταίχμιο,2012.σ. 21
[vii]ό.π., σ. 71
[viii] Young, Adrian R. “Montalbán’s Carvalho: Spanish Society, Identity and the Detective”. Crime Scenes. Detective Narratives in European Culture since 1945. ό.π., σ. 317
[ix]ό.π., σ. 318
[x]ό.π., σ. 315
[xi]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 183
[xii]ό.π., σ. 184
[xiii]ό.π., σ. 176
[xiv]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 74
[xv]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. Η Βαρκελώνη του Μανόλο. Μτρφ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη. Αθήνα: Μεταίχμιο,2012. σ. 291
[xvi]Tyras, Georges. “Le roman policier ou le sous-sol de la société. Entretien avec Manuel Vázquez Montalbán”. ό.π., σ. 116
[xvii]ό.π.,σ. 114
[xviii]Tyras, Georges. “Le noir espagnol: postmodernité et écriture du consensus”. Mouvements 15/16 (2001). σ. 75
[xix]Bayó Belenguer, Susana. “Montalbán’s Carvalho Series as Social Critique”. ό.π., σ. 304
[xx]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός  λαβύρινθος. ό.π., σ. 285
[xxi]ό.π., σ. 319
[xxii] Willet, Ralph. The Naked City. Urban Crime Fiction in the USA. Manchester και New York: Manchester University Press, 1996. σ. 3
[xxiii]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 107
[xxiv] Willet, Ralph. ό.π., σ. 3
[xxv]ό.π., σ. 3
[xxvi]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 258
[xxvii]ManuelVázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. ό.π., σ. 438

[xxix]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 187
[xxx]ό.π., σ. 187
[xxxi] Young, Adrian R. ό.π., σ. 318
[xxxii]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. ό.π., σ. 434
[xxxiii]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 182
[xxxiv]Bayó Belenguer, Susana. “Popular Collage in the Carvalho Series of Manuel Vázquez Montalbán”. Reading the Popular in Contemporary Spanish Texts. Επίμ.Shelley Godsland και Nickianne Moody. Newark: University of Delaware Press, 2004. σ. 31