Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα hardboiled. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα hardboiled. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ο επιθεωρητής που έρχεται από το κρύο

«Είμαι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας αστυνομικού στον κόσμο. Ο Jo Nesbo είναι ο αμέσως επόμενος μετά από εμένα, και με καταδιώκει ανελέητα σαν λυσσασμένο πιτ μπουλ, αποφασισμένος να μου πάρει τα σκήπτρα». Αυτά τα λόγια του James Ellroy είναι τυπωμένα στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του Λυτρωτή. Ο Τζο Νέσμπο διαβάζεται φανατικά από χιλιάδες αναγνώστες σε δεκάδες γλώσσες, ενώ παράλληλα τα βιβλία του μεταφέρονται ένα ένα στην τηλεοπτική και κινηματογραφική οθόνη. Τι είναι αυτό που κάνει τα έργα του Νέσμπο να ξεχωρίζουν μέσα στο κύμα αστυνομικής λογοτεχνίας που μας έρχεται από τις Βόρειες ακτές της Ευρώπης;
              
Ο Νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας από τους σκανδιναβούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας που κατά την τελευταία δεκαετία, χάρη στη μετάφραση των έργων τους σε πολλές γλώσσες και τη συνακόλουθη εμπορική τους επιτυχία, έχουν δημιουργήσει ένα νέο εκδοτικό φαινόμενο. Είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους στη Νορβηγία, αλλά όχι και ο μοναδικός, καθώς σημαντική απήχηση έχει και το έργο των ομοεθνών του Anne Holt και Gunnar Staalensen. Ωστόσο, μόνο ο Τζο Νέσμπο έχει πετύχει τη σύγκριση με το φαινόμενο του Σουηδού Stieg Larsson, δημιουργού της τριλογίας του Millennium. Πρώην δημοσιογράφος και διάσημος ροκ σταρ, ο Νέσμπο, που δε γράφει μόνο αστυνομική λογοτεχνία αλλά και παιδικά βιβλία, είναι κυρίως γνωστός για τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή το Χάρι Χόλε, που αριθμεί ήδη εννέα τίτλους.
Από τα πρώτα δείγματα κριτικού λόγου που έχει δημοσιευτεί σχετικά με το πρόσφατο φαινόμενο της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μπορούμε να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα για τα κοινά στοιχεία ενός ανομοιογενούς ρεύματος. Ο Βρετανός κριτικός Barry Forshaw γράφει στο βιβλίο του Death in a cold climate: A guide to Scandinavian crime fiction ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα με προέλευση από τη Σουηδία, τη Νορβηγία, την Ισλανδία, τη Φιλανδία και τη Δανία «συχνά αναπτύσσουν κοινωνική κριτική, καυτηριάζοντας κοινωνικούς θεσμούς και πιο συγκεκριμένα τις πολιτικές σχετικά με το φύλο. Είναι επίσης κατά κανόνα σκοτεινά, εγκεφαλικά και απαισιόδοξα στο ύφος».[1] Στα μυθιστορήματα του Νέσμπο εντοπίζουμε τα στοιχεία που ορίζει ο Forshaw. Η κοινωνική κριτική είναι έντονη και ιδιαίτερα η κριτική που αναφέρεται στις δυσλειτουργίες και την υποχώρηση του περίφημου κοινωνικού κράτους ή σε θεσμούς, όπως η οργάνωση του Στρατού Σωτηρίας στο Λυτρωτή. Ο προβληματισμός σχετικά με τα ζητήματα φύλου είναι έκδηλος και εκφράζεται μέσα από την αφηγηματική φωνή του Χόλε αλλά και με τη σκιαγράφηση βίαιων αντρικών χαρακτήρων. Υπάρχει στενή συγγένεια με τα μυθιστορήματα του Millennium, στα οποία ο Larsson φαίνεται να ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για τα ζητήματα φύλου ώστε ξεκινά τα κεφάλαιά του με στοιχεία σχετικά με τη βία κατά των γυναικών στη Σουηδία. Το τρίτο ζήτημα που βρίσκεται ψηλά στη συγγραφική ατζέντα του Νέσμπο είναι η επανεξέταση της επίσημης εθνικής ιστορίας και της ιστορικής περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη Νορβηγία, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.
Διαλύοντας τον Χάρι
Ο Τζο Νέσμπο δημιούργησε έναν ήρωα, αν όχι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του εαυτού, παρόμοιο με αυτόν. Είναι και ο ίδιος, όπως και ο Χάρι Χόλε, «ρομαντικός, μελαγχολικός, ένα μείγμα χάους και πειθαρχίας».[2] Ο Χάρι Χόλε δουλεύει στην αστυνομία του Όσλο, μένει μόνος σε ένα λιτά επιπλωμένο δυάρι στην περιοχή Μπίσλετ, ενώ αυτό που αποκαλεί οικογένειά του είναι ο πατέρας του και η αδερφούλα. Ο πατέρας ζει μόνος, σαν ερημίτης, μετά το θάνατο της συντρόφου του, ενώ η αδερφούλα πάσχει από σύνδρομο Ντάουν. Ο Χάρι την επισκέπτεται συχνά στον ξενώνα όπου ζει και συζητάνε για θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά της και για το αγόρι της, το Χένρικ. Οι φίλοι του Χάρι είναι καταρχήν οι συνάδελφοί του στην Αστυνομία, αν και δεν το παραδέχεται εύκολα ότι η σχέση τους είναι παραπάνω από επαγγελματική. Έχει, βέβαια, και ένα φίλο από τα παλιά, από τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, το Όπσαλ, τον Έισταιν, πρώην χάκερ και ροκά που δουλεύει ταξιτζής και ειδικεύεται σε ό,τι έχει να κάνει με αμφεταμίνες. Ο Έισταιν είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει τον Χάρι όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο· παίζει επίσης έναν καίριο ρόλο: μας λέει πράγματα για τον Χάρι που ο ίδιος δεν πρόκειται να μας πει.
               Ο Χόλε δεν είναι υπερήρωας, αν και δεν λείπουν από τη σειρά οι κινηματογραφικές σκηνές καταδίωξης. Είναι ένας χαρακτήρας ανθρώπινος που τσαλακώνεται συνεχώς, ένας άνθρωπος με προβλήματα καθώς, όπως πιστεύει ο Τζο Νέσμπο «για να είναι κανείς ενδιαφέρων ήρωας πρέπει να έχει προβλήματα».[3] Πέρα από τα προβλήματα της καθημερινής του ζωής, ο Χάρι υποφέρει από εφιάλτες, που τον κρατούν ξάγρυπνο και του θυμίζουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Ένα όνειρο έρχεται και ξανάρχεται: μια θολή παιδική ανάμνηση, μια τραυματική εμπειρία που είχε με την αδερφούλα μέσα σε ένα ασανσέρ- εξού και η φοβία του για τα μεταλλικά κουβούκλια.  
               Ο Χόλε δεν είναι ο τυπικός καλός μπάτσος, αλλά ένας ανεπτυγμένος, σύνθετος χαρακτήρας που ρέπει επίμονα προς τη σκοτεινή του πλευρά. Δεν κυνηγά μόνο εγκληματίες, αλλά έχει διαπράξει ο ίδιος εγκλήματα. Η βίαιη καταδίωξη του συναδέλφου του Τομ Βόλερ στο Αστέρι του διαβόλου θα ταρακουνήσει τον αναγνώστη και θα θέσει σε δοκιμασία τη συμπάθειά του για τον ήρωα. Ο ίδιος ο Νέσμπο, σε συνεντεύξεις του, αποκαλύπτει ότι το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό για τον Χάρι και σχολιάζει ότι «δεν είναι ο τέλειος τύπος, αλλά οι προθέσεις του είναι καλές».[4]
               Οι προθέσεις του είναι καλές και όσον αφορά τις σχέσεις του με τις γυναίκες, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το εξίσου καλό. Ο ίδιος πιστεύει ότι δεν είναι «φτιαγμένος για μακροχρόνιες σχέσεις» και γι’ αυτό ίσως να φταίνε οι «δύο μακροχρόνιες αγάπες του – η διερεύνηση ανθρωποκτονιών και το αλκοόλ»[5]. Λάθος ή σωστό, αυτές οι δύο αγάπες φέρνουν τρικυμίες στη σχέση του με τη γυναίκα της ζωής του, τη Ράκελ, μια ανύπαντρη μητέρα που γνωρίζει και ερωτεύεται στον Κοκκινολαίμη και είναι παρούσα και στα επόμενα μυθιστορήματα της σειράς. Στη δεύτερη συνάντησή τους, την περιγράφει:
«Καστανά μάτια. Ψηλά ζυγωματικά. Σκούρα επιδερμίδα. Κοντά μελαχρινά μαλλιά, που πλαισίωναν ένα στενό πρόσωπο. Το χαμόγελό της φαινόταν κιόλας στα μάτια της. Το θυμόταν πως ήταν όμορφη, όχι όμως και τόσο… συναρπαστική. Ήταν η μόνη λέξη που του ήρθε στο μυαλό για να εκφράσει την έννοια: συναρπαστική[6]
Η Ράκελ είναι μια γυναίκα δυναμική. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τον αλκοολισμό του πρώην Ρώσου συζύγου της, «δεν επανέλαβε το λάθος τόσων γυναικών της αδελφότητάς της: δεν περίμενε, δε συγχώρεσε, δεν προσπάθησε να κατανοήσει· άνοιξε την πόρτα και έφυγε με τον Όλεγκ στην αγκαλιά της τη στιγμή που έπεσε το πρώτο χτύπημα».[7] Μπορεί η σχέση του Χάρι με τη Ράκελ να περνάει διάφορες διακυμάνσεις, αλλά τους ενώνει μια βαθιά αγάπη και η ισχυρή σχέση πατέρα-γιου ανάμεσα στον Χάρι και τον μικρό Όλεγκ, μια σχέση που κάνει τον Χάρι να ιδεάζεται την πιθανότητα της ζωής σε οικογένεια.
               Μια άλλη γυναίκα που κατευθύνει καθοριστικά τις κινήσεις του Χάρι είναι η φίλη και συνάδελφός του Έλεν. Η άγρια δολοφονία της Έλεν από έναν νεοναζί στον Κοκκινολαίμη, θα σημάνει την έναρξη της απελπισμένης έρευνας του Χάρι για τον ηθικό αυτουργό. Την Έλεν και τη φιλία τους θα υποκαταστήσει σε κάποιο βαθμό η νέα συνάδελφός του Μπέτε Λεν, που «κάποιοι μπορεί να την αποκαλούσαν και κουκλίτσα, αλλά αυτό μάλλον επειδή ήταν μικροκαμωμένη».[8] Η Μπέτε, χάρη στην υπερανεπτυγμένη της ατρακτοειδή έλικα, το τμήμα του εγκεφάλου που αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου, προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην επίλυση υποθέσεων, ενώ παράλληλα στέκεται δίπλα στον Χάρι σα φίλη. Ο Χάρι το εκτιμά και ας μην της το λέει τόσο συχνά και γίνεται ο επαγγελματικός μέντοράς της, μαθαίνοντάς της να εμπιστεύεται το ένστικτό της και την πρώτη αίσθηση που της αφήνει μια σκηνή εγκλήματος.
               Υπάρχουν και άλλες γυναίκες που κάνουν τη σύντομη εμφάνισή τους στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Ο Χάρι, άλλωστε, δεν είναι άγιος και συχνά υποκύπτει σε σαρκικούς πειρασμούς στα πλαίσια της επίλυσης αστυνομικών υποθέσεων. Οι γυναίκες αυτές παίζουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στον προσανατολισμό του επιθεωρητή κατά την έρευνα και επηρεάζουν συχνά καταλυτικά τις κινήσεις του και την έκβαση της υπόθεσης. Ο ένοχος συζυγοκτόνος στο Αστέρι του διαβόλου αποφαίνεται: «Η αιτία είναι πάντα μια γυναίκα. Δεν το έχεις καταλάβει;»[9].
               Στον ήρωα του Νέσμπο μπορεί να αρέσουν οι γυναίκες, ο συγγραφέας είναι όμως πολύ προσεκτικός με το ζήτημα του σεξισμού και της βίας κατά των γυναικών, η θεματική άλλωστε αυτή είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Φορείς αυτού του σεξισμού στο έργο του Νέσμπο είναι άντρες με εξουσία, όπως ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών Μπερντ Μπράντχαουγκ που καλεί τις νεαρές υφισταμένες του στην ιδιωτική του σουίτα στο ξενοδοχείο Continental- ανάμεσα σε αυτές και τη Ράκελ, με την οποία παίζει ένα παιχνίδι εκβιασμών με αντικείμενο την κηδεμονία του γιου της. Ή ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, που τρομοκρατεί τη θαρραλέα Μπέτε Λεν με τις βίαιες σεξουαλικές του απαιτήσεις.

Ρωγμές στο χτες και το σήμερα
Μπορεί οι εκάστοτε υποθέσεις που αναλαμβάνει ο Χόλε να τον στέλνουν στα πέρατα της γης, από την Αυστραλία μέχρι τη Βραζιλία και από την Αίγυπτο μέχρι την Κροατία, σταθερό σκηνικό ωστόσο της δράσης του είναι η πόλη του, το Όσλο. Ένα Όσλο που, κατά τον συγγραφέα δεν είναι πια ένα παραμυθένιο χωριουδάκι του Βορρά αλλά μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, «το τέλειο σκηνικό για ένα συγκλονιστικό θρίλερ».[10] Τον ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της πόλης, η μαφία, το trafficking, η φτώχεια, τα ναρκωτικά. Ο Λυτρωτής, για παράδειγμα, το έκτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Νέσμπο εξερευνά τον κόσμο των τοξικομανών του Όσλο και την γειτονιά του εμπορίου ναρκωτικών, την Πλάτα. Το Όσλο του Χάρι είναι η πόλη όπου η απόλυτη ευημερία συναντά την απόλυτη εξαθλίωση:
«Ένα πρεζόνι χτυπούσε με δύναμη τα πόδια του στο χιόνι και τα μάτια του τρεμοπαίζανε σαν κεριά έτοιμα να σβήσουν. Δυο νεαρά κορίτσια, πιασμένα χέρι χέρι, πέρασαν δίπλα του, με κόκκινα μάγουλα και το κεφάλι τους γεμάτο ιστορίες για αγόρια και προσδοκίες για τη ζωή που είχαν μπροστά τους.»[11]

Όταν δεν εστιάζει στα αστικά προβλήματα, ο Νέσμπο φιλοτεχνεί εικόνες μιας πόλης που αλλάζει μαζί με τις εποχές και τις κλιματικές συνθήκες. Από τον πάγο του χειμώνα στη λασπωμένη άνοιξη και στους… καύσωνες του Βορρά που συναντάμε στο Αστέρι του διαβόλου, μια εικόνα που δεν ταιριάζει με το στερεότυπο της χιονισμένης Νορβηγίας:
«Την Τρίτη η θερμοκρασία στο Όσλο έφτασε τους είκοσι εννέα βαθμούς υπό σκιά και κατά τις τρεις μετά το μεσημέρι οι περισσότεροι υπάλληλοι γραφείων κατευθύνονταν ήδη προς τις παραλίες του Χουκ και της Χβερβενμπούκτα. Σμήνη τουριστών κατέκλυζαν τα υπαίθρια ρεστοράν της αποβάθρας του Άκερ και το πάρκο Φρονιέρ, όπου λουσμένοι στον ιδρώτα τραβούσαν άρον άρον την αναγκαστική φωτογραφία του Μονόλιθου (…). Έξω από τις τουριστικές διαδρομές όλα ήταν ήσυχα και η όποια ζωή κυλούσε σε αργή κίνηση.»[12]
Μέσα από την  προβληματική του για την πόλη του Όσλο, ο Χάρι εκφράζει τη στάση και την ανησυχία του για εθνικά και διεθνή προβλήματα της πολιτικής και κοινωνικής σφαίρας. Σχολιάζει τις ταξικές διαφορές, επισκεπτόμενος τις διάφορες γειτονιές του Όσλο, τις ρωγμές του καταρρέοντος κοινωνικού κράτους, το πρόβλημα της δράσης των νεοναζί, που τοποθετεί στην καρδιά της υπόθεσης του Κοκκινολαίμη, τη βία κατά των γυναικών. Επισημαίνει τη διαφθορά της εξουσίας, αλλά και τη διαφθορά που διαβρώνει το αστυνομικό σώμα. Συμβολικοί φορείς της είναι τα ίδια πρόσωπα που ενσαρκώνουν τη σεξιστική βία, ο πολιτικός Μπερντ Μπραντχάουγκ και ο, εμπλεκόμενος σε παράνομο εμπόριο όπλων, επιθεωρητής Τομ Βόλερ.
               Το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα δεν γνωρίζει σύνορα στο χώρο. Στα μυθιστορήματά του, ο Τζο Νέσμπο σχολιάζει τη σχέση της Νορβηγίας με τις ΗΠΑ, το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, την παράνομη εξόρυξη διαμαντιών στη Μαύρη Ήπειρο, τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Παράλληλα, το συγγραφέα ενδιαφέρει πέρα από το ταξίδι στο χώρο και το ταξίδι στο χρόνο. Όπως και στο έργο του άλλου μεγάλου άντρα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, του Στιγκ Λάρσον, έτσι και στα βιβλία του Νέσμπο εκφράζεται ο σημερινός προβληματισμός των σκανδιναβικών χωρών για την επίσημη ιστορία και κυρίως για τη στάση που αυτή τηρεί σχετικά με την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον Νέσμπο είναι άλλωστε και μια προσωπική υπόθεση, καθώς στην οικογένειά του συνυπάρχουν πρόσωπα που συντάχθηκαν με τους Γερμανούς με πρώην αντιστασιακούς.
Στον Κοκκινολαίμη, αντλώντας από την ιστορία του πατέρα του, ο Τζο Νέσμπο τοποθετεί μία από τις αφηγηματικές γραμμές στα χαρακώματα του Ανατολικού Μετώπου το 1942, με πρωταγωνιστές νεαρούς Νορβηγούς εθελοντές που πολεμούν στο πλευρό των Γερμανών ναζιστών. Αφήνει να ακουστεί και η άλλη φωνή, αυτή που θυμίζει ότι «πολλοί άντρες από το μέτωπο θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους αληθινούς πατριώτες του πολέμου. Πιστεύουν πως δεδομένης της κατάστασης του κόσμου το 1940, αυτοί προασπίστηκαν τα συμφέροντα του έθνους. Θεωρούν το γεγονός ότι τους καταδικάσαμε ως προδότες μια τεράστια δικαστική παρωδία».[13] Για το Νέσμπο, η απλούστευση της ιστορίας δεν εξυπηρετεί απαραίτητα την εθνική συνοχή. Μια ειλικρινής εθνική ιστορική αφήγηση είναι καίριας σημασίας για ένα υγιές έθνος. Ο συγγραφέας προσωποποιεί την κριτική του στο πρόσωπο του μυθοπλαστικού ιστορικού Έβεν Γιούλ:
«Ένας από τους λόγους που ο Έβεν Γιούλ καθιερώθηκε τόσο γρήγορα ως ιστορικός ήταν πως, ως πρώην αντιστασιακός, ήταν το ιδανικό όργανο για να γράψει την ιστορία που οι αρχές πίστευαν ότι άξιζε η μεταπολεμική Νορβηγία. Μη λέγοντας κουβέντα για την ευρύτατη συνεργασία με τους Γερμανούς και εστιάζοντας στη μικρή αντίσταση που υπήρχε. (…)Και πέτυχε. Ο μύθος του νορβηγικού λαού που πολεμούσε ενωμένος εναντίον του ναζισμού είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα.»[14]
Με την επιλογή του να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από πολλές αφηγηματικές γραμμές, ο Νέσμπο επιδιώκει να δείξει ότι «η ιστορία είναι μια σύνθετη διαδικασία, γραμμένη στον πληθυντικό αριθμό, στην οποία γεγονότα και κίνητρα είναι συχνά θολά και τοποθετούνται σε μια γκρίζα ζώνη της ηθικής». Όπως γράφει ο Δανός Karsten Wind Meyhoff στο άρθρο του Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural:
«οι Σκανδιναβοί συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας ανακατασκευάζουν τη μνήμη και αποδομούν την ιστορία. Μας παρουσιάζουν νέες φρέσκες εικόνες του πρόσφατου παρελθόντος, κρυφές ματιές στη σύνθετη πορεία ξεχωριστών ζωών και μια κατανόηση των δυνάμεων που δίνουν μορφή στα όνειρά μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Αυτά τα μυθιστορήματα ξεκαθαρίζουν ότι το παρελθόν είναι ακόμα ενεργό στο παρόν. Το παρελθόν είναι μια καθοριστική δύναμη που δημιουργεί το χώρο στον οποίο ζούμε σήμερα.»[15]

Άσε το κακό να μπει
Ο Χάρι πίνει. Καφέ κυρίως. Και αλκοόλ, αν και αυτή είναι μια δύσκολη ιστορία. Ο καφές είναι παντού στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Οι πρωταγωνιστές πίνουν καφέ με τους υπόπτους, με τους συνεργάτες τους, με τους αγαπημένους τους ανθρώπους. Η Έλεν, το διάστημα που μοιράζονταν το γραφείο μαζί του,  κατείχε το αποκλειστικό δικαίωμα να ετοιμάζει καφέ για τον Χάρι, δικαίωμα που σιγά σιγά κέρδισε ο αντικαταστάτης της, ο Χάλβορσεν, και συμβολίζει τη στενή συντροφική σχέση των δύο διαδοχικών συνεργατών του με τον Χάρι Χόλε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Χάρι και ο Χάλβορσεν αγόρασαν από κοινού μια μηχανή του εσπρέσο «που τώρα κατείχε τιμητική θέση πάνω στη μεταλλική αρχειοθήκη, ακριβώς κάτω από το κάδρο με τη φωτογραφία μιας κοπέλας με φακίδες, η οποία καθόταν με τα πόδια ακουμπισμένα πάνω σε ένα γραφείο»[16], της Έλεν δηλαδή.
Αντίθετα από τον καφέ, το ποτό δεν είναι απλή υπόθεση για τον Χάρι. Ο αναγνώστης παρακολουθώντας τη σειρά των μυθιστορημάτων, γίνεται μάρτυρας των διαφόρων σταδίων του αλκοολισμού του πρωταγωνιστή. Στο Νέμεσις, ο Χάρι απέχει από το ποτό:
«“Έπινα και εγώ μπύρα κάποτε”, είπε ο Χάρι. Αναγκάστηκα να την κόψω.(…) Είναι η μόνη κακή συνήθεια από την οποία απαλλάχτηκα.(…) Συνέχισα να καπνίζω, να λέω ψέματα και να κρατάω κακίες.”»[17]
Ο αλκοολισμός είναι η αχίλλειος πτέρνα του Χάρι, η καταφυγή του όποτε η πραγματικότητα τον ξεπερνάει. Δεν πρόκειται όμως για μια ρομαντική αντιμετώπιση όπως εκείνη που συναντάμε στο αμερικάνικο hard-boiled μυθιστόρημα αλλά για μια ντροπιαστική αδυναμία. Οι περιγραφές των επιπτώσεων του ποτού στη φυσιολογία του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για ρομαντικές ερμηνείες:
«Από την ώρα που ξύπνησε το πρωί, ένιωθε να τον κατατρώει η βασανιστική λαχτάρα για το αλκοόλ. Πρώτα σαν ενστικτώδης οργανική ανάγκη και στη συνέχεια σαν φοβία με ενδιάμεσες κρίσεις πανικού, επειδή είχε αποκλείσει σκόπιμα τον εαυτό του από το γιατρικό. (…)Τώρα η ανάγκη του περνούσε σε νέα φάση. Ήταν κανονικός σωματικός πόνος μαζί με μια αίσθηση απόλυτου τρόμου ότι θα κατέρρεε από στιγμή σε στιγμή. Ο εχθρός μέσα του τραβούσε με μανία τις αλυσίδες του, τα σκυλιά γρύλιζαν από τον πάτο του λάκκου κάπου βαθιά στο στομάχι του, κάτω από την καρδιά του. Θεέ μου, πόσο τα μισούσε. Τα μισούσε όσο μισούσαν και αυτά εκείνον.»[18]
Όσο για το φαγητό, λίγη σημασία παίζει στην καθημερινότητα του Χόλε. Στη θέση των λουκούλλειων γευμάτων του Πέπε Καρβάλιο ή των ψαρομεζέδων που απολαμβάνει ο Επιθεωρητής Μονταλμπάνο, ο Χόλε επιβιώνει με σάντουιτς και σνακ. Και όταν επιλέγει ένα κανονικό γεύμα, μάλλον το μετανιώνει:
«Η Μάγια έφτασε με το γεύμα.
-“Μπουλέτα;”, ρώτησε ο Χάρι κοιτάζοντας τη γκρίζα μάζα κρέατος πάνω σε μια βάση από κινέζικο λάχανο και περιχυμένη με μαγιονέζα και κέτσαπ.»[19]
               Ο κόσμος του Χάρι είναι κυρίως ο κόσμος της δουλειάς του στην αστυνομία και οι άνθρωποι που συναναστρέφεται οι συνάδελφοί του. Ο Μπγιάρνε Μέλερ, ο επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, προστατεύει τον Χάρι από όσους δεν τον αντέχουν στην υπηρεσία, και ονειρεύεται μια ζωή με περισσότερη ηρεμία και λιγότερες ευθύνες, μια μετάθεση, δηλαδή, στη βροχερή πόλη του Μπέργκεν. Συχνά αναρωτιέται γιατί ανέχεται και συγχωρεί τον Χάρι αλλά τελικά παραδέχεται ότι γουστάρει «πάρα πολύ τον τσαντίλα, αλκοολικό, ξεροκέφαλο μπάσταρδο».[20] Ο συνάδελφος του Χάρι, ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, από την άλλη, είναι ένας σκοτεινός χαρακτήρας: διεφθαρμένος, νάρκισσος, σεξιστής, χωρίς ενδοιασμούς και ευαισθησίες.
Ένα πρόσωπο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο ψυχολόγος Άουνε, που συνδράμει την αστυνομία όποτε στην υπόθεση εμφανίζεται κάποιο δύσκολο ψυχιατρικό φαινόμενο. Ο Χάρι τον εμπιστεύεται και ακολουθεί τις συμβουλές του, εκτός από όταν έχουν να κάνουν με το δικό του πρόβλημα με το αλκοόλ. Ο ρόλος του Άουνε είναι πολύ σημαντικός γιατί παρέχει τα εργαλεία για την κατανόηση του εγκλήματος, του κακού, κάτι που είναι και η βασική προβληματική των μυθιστορημάτων του Τζο Νέσμπο και γενικότερα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Επιπλέον, στην αστυνομική λογοτεχνία των χωρών της Σκανδιναβίας, το έγκλημα έχει πολύ συχνά να κάνει με έναν κατά συρροή δολοφόνο- σε αντίθεση με την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή της Νότιας Ευρώπης όπου το έγκλημα είναι κατά κύριο λόγο πολιτικής φύσεως, έχει να κάνει με τη Μαφία ή με οικονομικά κίνητρα. Ο Άουνε είναι εκεί για να δώσει στους χαρακτήρες και στον αναγνώστη το επιστημονικό υπόβαθρο για το εκάστοτε ψυχιατρικό φαινόμενο που φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα του κακού. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Νέσμπο σε μια σχετική ερώτηση σε συνέντευξη:
«Στην πραγματικότητα, κανείς στη Σκανδιναβία δεν έχει ανάγκη να σκοτώσει για χρήματα, το πιο προφανές κίνητρο. Μπορούμε να το προσπεράσουμε. Δεν χρειάζεται να σκοτώσεις κάποιον για να κερδίσεις ένα εκατομμύριο κορώνες. Και σχεδόν κανείς δεν το κάνει. Έχεις, έπειτα, προσωπικά κίνητρα, όπως η ζήλεια, που είναι συχνά προφανή σε όλους και καταλήγουν σε μη προμελετημένα εγκλήματα. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου και να δουλέψεις με το κίνητρο.»[21]
Πέρα από τον Χάρι Χόλε, τους περιφερειακούς χαρακτήρες, την περιγραφή του Όσλο, τον προβληματισμό για καίρια πολιτικοκοινωνικά ζητήματα, είναι κάτι άλλο που συναρπάζει τους αναγνώστες του Τζο Νέσμπο: η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα και η νέα πνοή που δίνει στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Τα έργα του θυμίζουν συμφωνική ορχήστρα, καθώς η κάθε υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από πολλαπλές αφηγηματικές φωνές και οπτικές. Ο κάθε χαρακτήρας του Νέσμπο, όσο δευτερεύων και αν είναι ο ρόλος του, έχει δικαίωμα σε ένα περίτεχνο πορτρέτο που τον ζωντανεύει για λίγες τουλάχιστον σελίδες. Η υπάλληλος της ρεσεψιόν που θα εξυπηρετήσει έναν επίδοξο δολοφόνο, οι λεσβίες γειτόνισσες του θύματος, ο μουσουλμάνος παντοπώλης, το κάθε μυθιστόρημα είναι μια πινακοθήκη καθημερινών και όχι τόσο καθημερινών προσώπων.
Η αρχιτεκτονική των μυθιστορημάτων, ο χωρισμός τους σε κεφάλαια και μέρη, που φέρουν συμβολικούς τίτλους, είναι ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να σχολιαστεί. Παράλληλα, η σειρά κερδίζει το στοίχημα της συνοχής. Ως συνεκτικό εργαλείο λειτουργεί η περιστασιακή υπενθύμιση προηγούμενων υποθέσεων που έχει αναλάβει ο Χάρι, ενώ στο φόντο της κάθε υπόθεσης βρίσκονται πάντα οι εξελίξεις της επαγγελματικής ζωής του ήρωα και η σχέση του με τη Ράκελ και το φάρμακό του, το ποτό. Ας κλείσουμε αυτή την πρώτη αποτίμηση του έργου του Νέσμπο με μια φράση του Barry Forshaw:
«για όσους πιστεύουν ότι η προσωπική ευθύνη, οι ρωγμές του κοινωνικού κράτους και τα προβλήματα της πατρότητας έχουν θέση στην αστυνομική λογοτεχνία, ο Τζό Νέσμπο είναι ο συγγραφέας της επιλογής τους».[22]

Ελένη Παπαγεωργίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιδικό The Books' Journal- τεύχος Ιουνίου 2012)

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟ ΝΕΣΜΠΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Τζο Νέσμπο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008, σελ. 640
Τζο Νέσμπο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011, σελ. 569
Τζο Νέσμπο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011, σελ. 527
Τζο Νέσμπο. Ο λυτρωτής. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2012, σελ. 582


[1] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. Basingstoke και Νέα Υόρκη, 2012. σ. 2
[2] Από την επίσημη ιστοσελίδα του Τζο Νέσμπο (www.jonesbo.com). Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων από συνεντεύξεις και άλλο υλικό της ιστοσελίδας που παρεμβάλλονται σε αυτό το άρθρο είναι της γράφουσας. Στο εξής, για ό,τι προέρχεται από την ιστοσελίδα, θα σημειώνουμε www.jonesbo.com.
[3] www.jonesbo.com
[4] www.jonesbo.com
[5] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011. σ. 88
[6] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008. σ. 331
[7] ό.π., σ. 384
[8] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 31
[9] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011. σ. 259
[10] www.jonesbo.com
[11] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 156
[12] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 73
[13] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 260
[14] ό.π., σ. 551
[15] Wind Meyhoff, Karsten. “Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural”. Scandinavian Crime Fiction. Επιμ. Andrew Nestingen και Paula Arvas. Cardiff: University of Wales Press, 2011. σ. 71
[16] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 24
[17] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 230
[18] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 154
[19] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 174
[20] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 77
[21] www.jonesbo.com
[22] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. ό.π., σ. 107

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Στην Ελλάδα του αστυνόμου Χαρίτου

Το 1995 σημαδεύεται από ένα καθοριστικό γεγονός για την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία, ένα υποτιμημένο και σχεδόν ακαλλιέργητο λογοτεχνικό είδος στη χώρα επί αρκετές δεκαετίες. Η δημοσίευση του Νυχτερινού Δελτίου, του πρώτου από τα έξι αστυνομικά μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου για την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία. Δεκαέξι χρόνια μετά, ο Μάρκαρης δεν είναι ο μοναδικός πετυχημένος Έλληνας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Είναι, ωστόσο, ο αδιαμφισβήτητος πρεσβευτής της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, στον κόσμο, καθώς τα μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δεκατέσσερις γλώσσες.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, ένα νέο είδος αστυνομικής λογοτεχνίας προέκυψε στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στον πολιτικά ασταθή Νότο. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ζωρζ Σιμενόν, o οποίος στα αστυνομικά αφηγήματά του έδινε προτεραιότητα στην ψυχολογία, οι συγγραφείς του νέου αυτού ρεύματος δεν επικεντρώνουν την αφήγησή τους «στο ίδιο το έγκλημα, αλλά στο ‘σκηνικό χώρο’, στον τόπο όπου ο ντετέκτιβ και τα θύματα ζουν και με τον οποίο τους συνδέουν ισχυροί δεσμοί»[i]. Η προσοχή που δίνεται στην εξερεύνηση των διαφόρων loci criminalis είναι ορισμένες φορές «τόσο λεπτομερής που πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα μπορούν ακόμα να θεωρηθούν μελέτες περίπτωσης και κοινωνικά μυθιστορήματα»[ii] , υποστηρίζει η θεωρητικός Eva Erdmann στο άρθρο της “Nationality international: Detective fiction in the late twentieth century”. Προσθέτει, μάλιστα, ότι όσο αυξάνεται η ποικιλία των πόλεων και χωρών  που χρησιμοποιούνται ως σκηνικά αστυνομικών αφηγήσεων, «η ανάγνωση αστυνομικής λογοτεχνίας τρέπεται σε εθνογραφική ανάγνωση»[iii]. Στα τέλη του εικοστού αιώνα, η αστυνομική λογοτεχνία «έχει αναλάβει την υποχρέωση να περιγράφει τις τοπικές κουλτούρες».[iv]
Την αρχή έκανε το 1974 ο Καταλανός Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν με την κυκλοφορία του πρώτου μυθιστόρηματός του με ήρωα τον Πέπε Καρβάλιο, με τον τίτλο Τατουάζ.  Το τελευταίο βιβλίο που πρωταγωνιστεί ο Καταλανός ιδιωτικός ντετέκτιβ κυκλοφόρησε στα Ισπανικά μόλις το 2000. Μέσα σε αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια, ο Πέπε Καρβάλιο και η μυθολογία του ρίζωσαν στην συνείδηση των αναγνωστών στην Ισπανία και όχι μόνο εκεί. Μετά το 1989 και τις μεγάλες αλλαγές που σήμανε η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων και η επίσημη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, ορισμένοι νοτιοευρωπαίοι συγγραφείς στράφηκαν στο έργο του Μονταλμπάν ως σημείο αναφοράς για να γράψουν τα δικά τους αστυνομικά μυθιστορήματα, χωρίς να κρύβουν τις επιρροές τους από τον Καταλανό πρωτεργάτη. Σήμερα πλέον μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο είδος αστυνομικής λογοτεχνίας, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Μεσογειακής Ευρώπης, στο οποίο συνήθως κριτική και αναγνώστες αναφέρονται ως Μεσογειακό Νουάρ.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, πιονιέρος του Μεσογειακού Νουάρ υπήρξε ο Πέτρος Μάρκαρης. Στη  σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων που δημοσιεύει από το 1995 μέχρι σήμερα επιλέγει συνειδητά να ακολουθήσει το ρεύμα του Μεσογειακού Νουάρ, αναγνωρίζοντας τα πλεονεκτήματα που του προσφέρει το είδος.

Ο ήρωας της Λεωφόρου Αλεξάνδρας
Πρωταγωνιστής είναι ο Αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Αστυνομικής Ασφάλειας Αθηνών. Διανύοντας πλέον τη μέση ηλικία, με καταγωγή από κάποιο χωριό της Ηπείρου, ο Χαρίτος ζει με τη γυναίκα του, την Αδριανή, στο Παγκράτι. Η μοναχοκόρη τους, η Κατερίνα, στα πρώτα βιβλία διδακτορική φοιτήτρια Νομικής στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημαα, να εργάζεται ως δικηγόρος, παντρεμένη με τον γιατρό Φάνη. Γιος ενωματάρχη, ο Χαρίτος δεν επέλεξε το επάγγελμα του αστυνομικού αλλά ήταν η μόνη δυνατότητα που του δόθηκε για να φύγει από το χωριό του. Αν και είναι πετυχημένος στη δουλειά του και έχει κερδίσει το σεβασμό του προισταμένου του Γκίκα, ο Χαρίτος δεν απολαμβάνει ιδιαίτερων προνομίων στην υπηρεσία. Αυτό μάλλον οφείλεται  στην ενοχλητική επιμονή του και στη σθεναρή  άρνησή του να αλλάξει τη ρότα της έρευνας όποτε τυχαίνει να εμπλέκονται ισχυροί άντρες της πολιτικής ή των επιχειρήσεων.
Ο Αστυνόμος Χαρίτος δεν είναι ένας πολιτικά ορθός λογοτεχνικός χαρακτήρας. Συχνά φέρνει τον αναγνώστη σε δύσκολη θέση, καθώς δεν καταδικάζει ευθέως την ψυχολογική ή φυσική βία της αστυνομίας και ενίοτε εκφέρει σεξιστικά ή ρατσιστικά σχόλια. Στο Νυχτερινό Δελτίο, γραμμένο το 1995, λίγο μετά την κατάρρευση του καθεστώτος στην Αλβανία και την εισροή του πρώτου μεγάλου κύματος μεταναστών στην Ελλάδα, καθώς ανακρίνει έναν Αλβανό για τη δολοφονία δύο συμπατριωτών του γίνεται επιθετικός: «‘’Mε δουλεύεις, ρε  παλιοπούστη,  κωλοαλβανέ!’’ ουρλιάζω έξαλλος. ‘’Θα σου φορτώσω όσες δολοφονίες  αλβανών ρεμπεσκέδων εκκρεμούν στο αρχείο εδώ και τρία χρόνια, και θα φας ισόβια, γαμώ τον Μπερίσα μου!’’»[v]. Ωστόσο, πίσω από τα σχόλιά του ανιχνεύεται ένα πικρό χιούμορ:
«Τρομοκράτες, ληστείες, ναρκωτικά, ποιος έχει καιρό ν’ ασχολείται με Αλβανούς; Αν είχαν σκοτώσει κανέναν δικό μας , Έλληνα, απ’ αυτούς που τώρα τρώνε σνακ ή κρέπες, θα ήταν διαφορετικό. Μεταξύ τους όμως ας κάνουν ό,τι θέλουν. Φτάνει που διαθέτουμε τα ασθενοφόρα για τη διακινησή τους.»[vi]
Άλλωστε, η δυσκολία του ήρωα του Μάρκαρη να προσαρμοστεί στη νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική του παλαιών αρχών χαρακτήρα που θέλει να χτίσει ο συγγραφέας. Ο Χαρίτος αναπολεί με νοσταλγία το παρελθόν και αντιδρά στις αλλαγές. Μπορεί να μην αναπολεί τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του ζωής κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, ομολογεί, ωστόσο, ότι πήρε μέρος ως νεαρός αστυνομικός στην έφοδο στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973, αλλά και ότι χρησιμοποιεί ακόμα κάποιες από τις ανακριτικές τεχνικές που έμαθε από τον Επιθεωρητή Κωστάρα, βασανιστή στην Μπουμπουλίνας.  Ο Χαρίτος δεν θλίβεται για την πτώση της Χούντας, ούτε όμως απολογείται επειδή υπήρξε μάρτυρας των εγκλημάτων της από τη θέση του αστυνομικού, δεν είναι παρά ένα ακόμα κεφάλαιο της καριέρας του.
Όσον αφορά τα πολιτικά του πιστεύω, ο Αστυνόμος Χαρίτος κλίνει προς τη δεξιά αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι φανατικός υποστηρικτής κάποιου πολιτικού ρεύματος. Ως απόδειξη της ουδετερότητάς του λειτουργεί η ιδιόμορφη φιλία του με τον Ζήση, έναν συνταξιούχο αντιστασιακό και παθιασμένο αριστερό που γνώρισε στην Ασφάλεια κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας: o Ζήσης ήταν κρατούμενος και ο Χαρίτος υπηρετούσε εκεί. Μια φιλία δυνατή αλλά και κρυφή, επειδή ο Χαρίτος ντρέπεται να παραδεχτεί ότι κάνει παρέα με έναν κομμουνιστή και αντίστοιχα ο Ζήσης ότι κάνει παρέα με έναν μπάτσο. Με τα λόγια του Χαρίτου, «Eτσι, από την αμοιβαία ντροπή μας προέκυψε μια αμοιβαία εκτίμηση, έστω και αν δεν την  ομολογούσαμε ποτέ ο ένας στον άλλο».[vii] Όταν η Κατερίνα θα περάσει μια δύσκολη περίοδο και θα αμφισβητήσει τη στάση του πατέρα της κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας, ο Χαρίτος θα της γνωρίσει τον Ζήση και έκτοτε η Κατερίνα θα απευθύνεται συχνά σε αυτόν για να τη συμβουλεύσει ή να τη στηρίξει.
Όσο δύσκολο είναι για τον Αστυνόμο Χαρίτο να παραδεχτεί τα φιλικά του αισθήματα για το Ζήση, άλλο τόσο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει προβλήματα υγείας ή αυτά του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Όταν ανακαλύπτει ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του, όταν αναρρώνει από έναν τραυματισμό ή όταν στο Βασικό Μέτοχο η Κατερίνα πέφτει θύμα τρομοκρατικής επίθεσης, δεν έχουμε απέναντί μας παρά έναν τρομαγμένο, αδύναμο άντρα. Οι ανθρώπινες αδυναμίες του υπογραμμίζουν το γεγονός ότι ο ήρωας του Μάρκαρη είναι καταρχήν ένας καθημερινός χαρακτήρας, ένας μικρομεσαίος οικογενειάρχης. Όπως ομολογεί ο ίδιος: «Αλλά εγώ το έχω πάρει απόφαση ότι είμαι ένας μικρομεσαίος που η ζωή του κυλάει με μικρές χαρές και μικρές εκδικήσεις».[viii]
Τα μόνα πάθη του Χαρίτου είναι το παλιό του αυτοκίνητο, ένα Fiat 131 Mirafiori, το οποίο στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια αναγκάζεται να αντικαταστήσει με ένα Σέατ Ίμπιζα ενόψει του γάμου της Κατερίνας, και η ανάγνωση λεξικών. Ο Χαρίτος απολαμβάνει όσο τίποτε να απομονώνεται στο δωμάτιό του και να μελετά τα λήμματα κάποιου από τα πολλά λεξικά της συλλογής του. Λόγου χάρη, στον πρώτο τόμο της Τριλογίας της Κρίσης, στα πρόσφατα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, διαβάζουμε μαζί με τον Χαρίτο τους ορισμούς του λεξικού του Δημητράκου πολλών από τους όρους της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας: δάνειο, κατάσχεση,  τραπεζίτης, τοκογλύφος. Οι ορισμοί συχνά ενσωματτώνονται στην αφήγηση και λειτουργούν ως τροφή για σκέψη για τον πρωταγωνιστή. Μέσω των παραδειγμάτων των λημμάτων, επίσης, προτείνεται ένα ολόκληρο πλέγμα αναφορών στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Έτσι, η μελέτη των λεξικών λειτουργεί στα μυθιστορήματα του Μάρκαρη όπως λειτουργεί η καύση των βιβλίων από τον Πέπε Καρβάλιο στο έργο του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή οι συχνές αναφορές στα λογοτεχνικά αναγνώσματα του Επιθεωρητή Μονταλμπάνο στο έργο του Αντρέα Καμιλλέρι. Αξίζει να σημειώσουμε ότι, αν ο Χαρίτος ανατρέχει στους ορισμούς των λεξικών για να ερμηνέυσει τον κόσμο, παρομοίως η σύζυγός του διαθέτει μία ανεξάντλητη συλλογή παροιμιών, λαικών ρήσεων και αρχαίων γνωμικών, κατάλληλων για κάθε περίσταση.
Αυτό που σίγουρα δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ενδιαφέροντα του Αστυνόμου Χαρίτου είναι η τεχνολογία. Αν ο Επιθεωρητής Μονταλμπάνο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη συσκευή του βίντεο, οι τεχνολογικές δεξιότητες του Χαρίτου δεν πάνε παραπέρα από το άνοιγμα και το κλείσιμο της τηλεόρασης και του ραδιοκασετόφωνου. Αρνείται πεισματικά να μάθει να χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και να ‘εκσυγχρονίσει’ έτσι τις έρευνές του. Αν υπάρχει όμως κάτι που απεχθάνεται περισσότερο από την πληροφορική ο Αστυνόμος Χαρίτος, είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι λειτουργοί τους. Στα πρώτα βιβλία, τα ΜΜΕ, και ιδιαίτερα η- προσφάτως εγκαθιδρυμένη- ιδιωτική τηλεόραση, βρίσκονται στο στόχαστρο της κριτικής του. Δεν τον ενοχλούν τόσο τα κίτρινα ρεπορτάζ ή οι παρεμβάσεις των δημοσιογράφων στο έργο της αστυνομίας , όσο οι διεφθαρμένες σχέσεις μεταξύ των ΜΜΕ και των πολιτικών.

Η αναπαράσταση μιας νοσούσας χώρας
Στο στόχαστρο της κριτικής του Χαρίτου δεν βρίσκεται μόνο η διαφθορά στα υψηλά πολιτικά κλιμάκια, οι σχέσεις μεταξύ πολιτικών και επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στα όρια της νομιμότητας ή η κάλυψη που παρέχουν πολιτικοί παράγοντες στη μαφία, αλλά και η διαφθορά του απλού πολίτη. Σχολιάζει με πικρό χιούμορ την άρρωστη σχέση πολιτών και κράτους, την έλλειψη αξιοκρατίας, τα φακελάκια των γιατρών, τις μικροαπάτες και το παιχνίδι με τις αγροτικές επιχορηγήσεις της Ευρωπαικής Ένωσης κατά τη δεκαετία του 1990. Δεν αποφεύγει να ασκήσει κριτική και στην ίδια την αστυνομία, αναφερόμενος στον προιστάμενό του:
«Τόσα χρόνια βιδωμένος στην καρέκλα του γραφείου, να αναλώνει την σκέψη του στα γλειψίματα και στις ίντριγκες, έχει ξεχάσει ότι είναι αστυνομικός και φαντάζεται ότι δουλεύει στις δημόσιες σχέσεις.»[ix]
Στα πρώτα τρία μυθιστορήματα, είναι φανερό ότι ο πρωταγωνιστής συνδέει τη δυσάρεστη εικόνα με τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μια κυβέρνηση που συγκροτούν πρώην αριστεροί αγωνιστές. Ο Χαρίτος, που τους γνώρισε από τη θέση του αστυνομικού κατά τη διάρκεια της Χούντας, δεν τους εμπιστεύεται. Ο Πέτρος Μάρκαρης εκφράζει στα μυθιστορήματά του την απογοήτευση από τη νέα δημοκρατική Ελλάδα, δύο δεκαετίες μετά την πτώση της δικτατορίας. Ο συγγραφέας και ο ήρωάς του δεν είναι μόνοι τους. Στην Ισπανία, ο Πέπε Καρβάλιο δυσκολεύεται να αποδεχθεί την εμπλοκή πρώην κομμουνιστών στις προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης, ενώ  στην Ιταλία ο Σάλβο Μονταλμπάνο εκπλήσσεται από την νέα γενιά τραπεζιτών και επιχειρηματιών της οποίας πρωτοστατούν πρώην σύντροφοί του στο Μάη του 1968.
Η λογοτεχνία του Μάρκαρη χαρακτηρίζεται από ξεχωριστή κοινωνική ευαισθησία. Στο Βασικό Μέτοχο, που κυκλοφορεί το 2006 με την Αλ Κάιντα και τις επιθέσεις των Τσετσένων να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, ο Χαρίτος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση τρομοκρατίας. Ακόμη, σε αυτό το μυθιστόρημα, τον απασχολεί η εγκατάλειψη των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων ούτε δύο χρόνια μετά από τους Αγώνες. Με πικρία διαπιστώνει ότι οι αθλητικές εγκαταστάσεις που με τόσα έξοδα και κόπο κατασκευάστηκαν, μετά τη λήξη των Αγώνων παραδόθηκαν στην ερήμωση και τη λεηλασία.
Στα πρόσφατα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η οικονομική κρίση. Ο χρόνος της αφήγησης είναι το καλοκαίρι του 2010 και η ύφεση και οι συνέπειές της έχουν αγγίξει την οικογένεια Χαρίτου: η Κατερίνα και ο Φάνης αντιμετωπίζουν εργασιακή και οικονομική ανασφάλεια, η αύξηση των συντάξιμων χρόνων επηρεάζει τον ίδιο το Χαρίτο, η Αδριανή γίνεται μάρτυρας της αυτοκτονίας ενός γείτονα  που αδυνατεί να αντεπεξέλθει στα χρέη του. Ο Χαρίτος παρατηρεί και προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμος. Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του γαμπρού του προς την απαισιοδοξία της Κατερίνας:
«Όχι, αλλά εντάξει, να φάμε τις περικοπές, τη μείωση του δέκατου τρίτου μισθού και των συντάξεων, να καταπιούμε το ασφαλιστικό... Όχι όμως να κόψουμε το σουβλάκι για να τρώμε κόλυβα.»[x]
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η κοινωνικοπολιτική κριτική στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια είναι πλέον πολυφωνική. Χαρακτήρες λιγότερο ή περισσότερο σημαντικοί αφηγούνται ιστορίες οικονομικής κατάρρευσης και δυσχερειών, σχολιάζουν και δίνουν εξηγήσεις για τα τεκταινόμενα. Επίσης, η αφήγηση λειτουργεί ‘επιμορφωτικά’, προτείνοντας αναλύσεις και επεξηγηματικούς ορισμούς για κάποιους από τους παράγοντες και τους όρους του σημερινού οικονομικού τοπίου, τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, τα hedge funds, τις επενδυτικές τράπεζες, τις εισπρακτικές εταιρείες.

 Η Αθήνα των αντιθέσεων
Η ρίζα του κακού για τον Χαρίτο δεν φαίνεται να βρίσκεται τόσο σε κάποιο ορισμένο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα αλλά στην κυριαρχία του χάους και της αναρχίας στην καθημερινή ζωή στην Ελλάδα. Στο χάος και την έλλειψη σύγχρονων υποδομών επικεντρώνεται και η αναπαράσταση της πόλης της Αθήνας. Οι πολυάριθμοι αναγνώστες των μεταφρασμένων μυθιστορημάτων του Μάρκαρη δεν βρίσκουν σε αυτά αρχαιολογικά μνημεία και γραφικές γειτονιές. Όπως ο Σικελός Αντρέα Καμιλέρι χρησιμοποιεί τις επισκέψεις του Επιθεωρητή Μονταλμπάνο στα αγαπημένα του εστιατόρια ως ένα εργαλείο συνοχής της αφήγησης, έτσι χρησιμοποιεί ο Μάρκαρης... το μποτιλιάρισμα των Αθηναικών δρόμων. Ο Χαρίτος, που δεν ζει στην επαρχιακή Βιγκάτα όπως ο Σικελός συνάδελφός του, αλλά σε μια μητρόπολη πέντε εκατομμυρίων, σχολιάζει με πικρία την αγάπη των Αθηναίων για τα οχήματά τους: «Παλιά οι Αθηναίοι έβγαζαν τη μέρα τους στα καφενεία με την πρέφα και το τάβλι. Τώρα τη βγάζουν στα αυτοκίνητα με το λεβιέ και το τιμόνι».[xi]
Οι περιγραφές των διαδρομών και της εμπειρίας της οδήγησης στους δρόμους της Αθήνας, σχολαστικές όσο και ζωντανές, είναι τόσο συχνές που ο αναγνώστης φτάνει να συμπάσχει με το άγχος του οδηγού. Η κίνηση σε συνδυασμό με τη συνεχή βουή από τις κόρνες και την ασφυκτική ζέστη κάνουν κάθε σύντομη διαδρομή να μοιάζει με κάθοδο στον Άδη. Έχει ενδιαφέρον ότι στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, γραμμένα το 2010 εν μέσω καθημερινών κινητοποιήσεων που παραλύουν την πόλη, ο Αστυνόμος Χαρίτος παρατηρεί μία αλλαγή:
«για πρώτη φορά, κανείς δεν κορνάρει και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Φαίνεται πως οι καθημερινές πορείες και τα συλλαλητήρια έχουν σπάσει τις αντιστάσεις και ο κόσμος έχει αφεθεί στο ‘’πεπρωμένο φυγείν αδύνατον’’. Το ίδιο και οι τροχονόμοι.»[xii]
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που επιλέγει ο Μάρκαρης να παρουσιάσει δύο από τα στοιχεία που ορίζουν την πόλη της Αθήνας, την Ακρόπολη και την ακτή της. Σε μία από τις σπάνιες αναφορές στον Ιερό Βράχο, αυτός δεν φαίνεται καν: « …Κοιτάζω ευθεία από την Αιόλου προς την Ακρόπολη, αλλά δεν βλέπω τίποτα, Η Ακρόπολη έχει χαθεί πίσω από ένα άσπρο πέπλο».[xiii] Όσο για την παραλιακή Αθήνα, είναι ένας τόπος γεμάτος αντιθέσεις. Οδηγώντας στην Ποσειδώνος και εισπνέοντας μαζί με το θαλασσινό αεράκι και τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, ο Χαρίτος περιγράφει: «Η Αθήνα βρωμάει σκουπίδια, η παραλιακή  καυσαέριο. Κατά μήκος της παραλίας ο κόσμος τσαλαβουτάει στα ρηχά ή λιάζεται γεμίζοντας ρύπους τα πνευμόνια του».[xiv]
Ο Χαρίτος δεν αρνείται ότι η Αθήνα είναι μια άσχημη πόλη. Ωστόσο, η ασχήμια της διακόπτεται από παρενθέσεις ομορφιάς, γραφικούς δρομάκους και γειτονιές, επιβλητικά αρχαία και βυζαντινά μνημεία, οάσεις μεσογειακής φύσης. Η εικόνα αυτή θυμίζει τη Βαρκελώνη του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, με τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά της θαύματα να βρίσκονται δίπλα σε ζητιάνους και προαγωγούς. Η αναπαράσταση της Αθήνας και της Βαρκελώνης από τους δύο συγγραφείς τις μετατρέπει σε σύμβολα της συνύπαρξης των αντιθέτων που χαρακτηρίζει την Μεσόγειο.
Μέσα από την αναπαράσταση της Αθήνας, ο συγγραφέας ασκεί κριτική και στο –φλέγον σήμερα- ζήτημα της μετανάστευσης και της συγκέντρωσης λαθρομεταναστών στην πρωτεύουσα. Στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, ο Χαρίτος και οι βοηθοί του βρίσκονται στις περιοχές όπου ζουν και δρουν οι λαθρομετανάστες, στο λεγόμενο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Εκεί ο Αστυνόμος διαπιστώνει από πρώτο χέρι την έκταση του παραεμπορίου και την έλλειψη έννομης τάξης. Ακούει όμως και τα λόγια ενός Έλληνα καφετζή της Πλατείας Αμερικής, που ζει πλέον από τους μετανάστες πελάτες του, για τον νεόκοπο πόλεμο μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών στη γειτονιά:
«Οι ξένοι ρίχνουν λέει την αξία των ακινήτων. Ποια αξία; Οι μετανάστες ήρθαν γιατί οι τιμές ήταν πατωμένες και οι ιδιοκτήτες τους νοίκιαζαν τα διαμερίσματα για ένα κομμάτι ψωμί. Λες και είχαν να διαλέξουν ανάμεσα στην Κηφισιά και τον Άγιο Νικόλαο Αχαρνών και προτίμησαν τον Άγιο Νικόλαο.»[xv]
Υπάρχει ένα μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη με ήρωα τον Αστυνόμο Χαρίτο που δεν λαμβάνει χώρα στην ελληνική πρωτεύουσα. Στο Παλιά, Πολύ Παλιά, ο αστυνόμος εμπλέκεται στην εξιχνίαση μίας υπόθεσης ενόσω βρίσκεται σε διακοπές με την Αδριανή στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μάρκαρης, γεννημένος στη Βασιλεύουσα, αποτίει με αυτό το μυθιστόρημα φόρο τιμής στον τόπο καταγωγής του. Επιπλέον, βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στην πρόσφατη ιστορία των διωγμών των Ρωμιών και στη σημερινή φθίνουσα πορεία της μειονότητας. Η στάση του είναι κριτική, αφενός απέναντι στο συντηρητισμό και την ομφαλοσκόπηση της μειονότητας, αφετέρου απέναντι στη διαχρονική αδιαφορία της Ελλάδας για τα προβλήματα των Ρωμιών. Με την ευκαιρία της συζήτησης για τη ρωμέικη μειονότητα, αναφέρεται σε μια άλλη μειονότητα, αυτή των Τούρκων στη Γερμανία. Ο Μουράτ, ο αστυνόμος με τον οποίο συνεργάζεται στην έρευνα, γιος μεταναστών στη Γερμανία, του λέει: «Καμιά πλειονότητα δεν κατάλαβε ποτέ τις μειονότητες. Εγώ καταλαβαίνω  τους Ρωμιούς καλύτερα από σένα».[xvi]

Γαστριμαργία και σχέσεις των φύλων αλά ελληνικά
Ο Αστυνόμος Χαρίτος ούτε ξέρει να μαγειρεύει ο ίδιος, ούτε έχει αναπτύξει κάποια φιλοσοφία σχετικά με το φαγητό όπως ο Πέπε Καρβάλιο του Μονταλμπάν. Πόσο μάλλον, δεν έχει κάποια λίστα αγαπημένων εστιατορίων όπως ο Μονταλμπάνο του Καμιλέρι. Παρόλ’ αυτά, λατρεύει πραγματικά το φαγητό. Όταν δεν τρώει τις νοστιμιές της Αδριανής, δεν μπορεί να αντισταθεί στην ένοχη απόλαυση της επίσκεψης στο σουβλατζίδικο. Είναι μια πράξη ανεξαρτησίας, ένα διάλειμμα από την υπάκουη οικογενειακή ζωή με την Αδριανή.
Ο Χαρίτος απολαμβάνει τη μαγειρική της γυναίκας του, της Αδριανής, ιδιαίτερα τα γεμιστά της. Αυτά δεν είναι απλά ένα νόστιμο πιάτο, αλλά είναι ένα μήνυμα συμφιλίωσης για το ζευγάρι μετά από κάποιο καβγά:
 « Το τραπέζι της κουζίνας είναι στολισμένο με μια πιατέλα γεμιστά. Παίρνω αμέσως το μήνυμα. Είναι ο τρόπος της Αδριανής για να μου πεί ότι ήρθε η ώρα ν’ αγαπήσουμε . Μας έχει μείνει από τον πρώτο μας καβγά. Είμαστε νιόπαντροι τότε και το φέραμε βαρέως που δε μιλιόμαστε. Το κρατούσαμε όμως, για να μετρήσουμε τις αντιστάσεις του άλλου. ‘Ωσπου μια μέρα η Αδριανή μου έφτιαξε γεμιστά. Ήξερε ότι ήταν η αδυναμία μου, αλλά δεν μου τα είχε φτιάξει ποτέ. Μόλις τα είδα έλιωσα σαν κερί.(…) Κάθε φορά που θέλει ν΄αγαπήσουμε μου φτιάχνει γεμιστά , εγώ της λέω πόσο νόστιμα είναι και ο πάγος λιώνει.»[xvii]
Ιδιαίτερη θέση κατέχει το φαγητό στην αφήγηση του Παλιά, Πολύ Παλιά. Ο Αστυνόμος γοητεύεται από το κωνσταντινουπολίτικο φαγητό. Μέσα στις λίγες μέρες της παραμονής του στην Πόλη αναπτύσσει μια αδυναμία για τα σιροπιαστά γλυκά, αλλά και για το πρωινό... κουλούρι, που του φέρνει αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.  Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο Παλιά, Πολύ Παλιά το φαγητό δεν είναι μόνο πηγή απόλαυσης, αλλά οι πίτες της γριάς Χάμπαινας τρέπονται σε εργαλείο φόνου, αλλά και σε σύμβολο της μνήμης. 
Ο πεπειραμένος αναγνώστης της αστυνομικής λογοτεχνίας θα εντοπίσει σε τι διαφέρει ο ήρωας του Μάρκαρη από τους περισσότερους ήρωες συγγραφέων της Βόρειας Ευρώπης ή των Η.Π.Α. ως προς τη σχέση του με το φαγητό. Στο Μεσογειακό Νουάρ το φαγητό, και δη το παραδοσιακό σπιτικό φαγητό, παίζει σημαντικό ρόλο. Επιπλέον, συνδέεται συνήθως στενά με τη γυναίκα. Ο Χαρίτος δεν ασχολείται με το τι θα φάει, αυτό είναι ένα ζήτημα που ελέγχει  εξολοκλήρου η Αδριανή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε βέβαια ότι πρόκειται για ένα ζευγάρι παλαιάς κοπής. Η Αδριανή δεν δουλεύει, αλλά είναι μια αφοσιωμένη νοικοκυρά, που, όπως οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς της, προσπαθεί να ευχαριστήσει τον άντρα της με τη μαγειρική της και να κερδίσει τον ανταγωνισμό με την πεθερά της, κάτι που, στην περίπτωση των γεμιστών, η Αδριανή το έχει καταφέρει. Ο Χαρίτος παραδέχεται ότι τα πετυχαίνει πλέον καλύτερα από τη μητέρα του. Αντίθετα, η Κατερίνα, η κόρη του Αστυνόμου, εκπροσωπεί μια νέα γενιά γυναικών. Μορφωμένη και ανεξάρτητη, γι’ αυτήν η μαγειρική δεν είναι προτεραιότητα, κάτι που στεναχωρεί και  απογοητεύει την Αδριανή.
Δεν είναι σύνηθες για τους ήρωες του Μεσογειακού Νουάρ να είναι παντρεμένοι: ο Πέπε Καρβάλιο, ο Μονταλμπάνο, ο Μοντάλ του Ζαν- Κλοντ Ιζζό, ο Πάκο Μαρτίνεθ του Μωρίς Αττιά, ζούνε μόνοι και αποφεύγουν τη δέσμευση, αν και όλοι έχουν μια στενότερη ή πιο χαλαρή σχέση με κάποια γυναίκα. Ο Χαρίτος έχει αναπτύξει τη δική του κυνική θεωρία για το γάμο:
«Το πρόβλημα με το γάμο είναι ότι αρχίζεις ωραία και τελειώνεις άσχημα με τον ίδιο τρόπο: Από την ταχυκαρδία της πρώτης συνάντησης με τη γυναίκα των ονείρων σου περνάς στην ταχυκαρδία της μόνιμης συμβίωσης με τη γυναίκα του εφιάλτη σου.»[xviii]
Παρά τις θεωρίες του, τους συνεχείς καυγάδες και την καυστική κριτική του για την Αδριανή και τη σχέση τους, ο Αστυνόμος Χαρίτος αγαπά και εκτιμά τη γυναίκα του. Μάλιστα, της είναι απόλυτα πιστός και εκείνη τον εμπιστεύεται τυφλά. Η Αδριανή δεν νιώθει να απειλείται ούτε όταν, για τις ανάγκες μιας έρευνας, ο Χαρίτος περνάει ολόκληρη τη μέρα του με  την όμορφη και νεαρή Κούλα. Η γραμματέας του Γκίκα μεταμορφώνεται σε μια έξυπνη ντετέκτιβ χάρη στην εμπιστοσύνη που της δείχνει ο Χαρίτος. «Είστε ο μόνος άντρας συνάδελφος που δεν πιστεύει ότι κάνω μόνο για αρχειοθέτηση και καφέδες»[xix], λέει στον Αστυνόμο. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για εμπιστοσύνη αλλά για ανάγκη– ο Χαρίτος βρίσκεται να κάνει έρευνα ενώ είναι σε αναρρωτική άδεια και η Κούλα είναι ο μόνος βοηθός που μπορεί να έχει, αναγκάζεται λοιπόν να ξεχάσει για λίγο την άποψή του για τις γυναίκες.
Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά ανάμεσα στο έργο του Πέτρου Μάρκαρη και αυτό των υπολοίπων εκπροσώπων του Μεσογειακού Νουάρ είναι η απουσία  του τόσο χαρακτηριστικού αισθησιασμού στην αναφορά τους στις γυναίκες. Στα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, οι περιγραφές των γυναικείων χαρακτήρων είναι μάλλον κυνικές, ενώ το ενδιαφέρον του Χαρίτου  για αυτές δεν είναι παρά επαγγελματικό.  Ενίοτε, η στάση του μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και σεξιστική. Πρόκειται για ένα τύπο σεξισμού που φαίνεται να συνδέεται με τη σεξουαλική ανασφάλεια του ίδιου του Χαρίτου ή με την προβληματική σεξουαλική του ζωή, η οποία γίνεται αντιληπτή σε μια από τις σπάνιες περιγραφές ερωτικής δραστηριότητας μεταξύ του ζεύγους, όταν ο Χαρίτος μας εμπιστεύεται τις σκέψεις του: «Κάπου στη μέση το έχω μετανιώσει και θέλω να φύγω, όπως φεύγεις από βαρετή ταινία στο διάλειμμα».[xx]
Τις ελάχιστες περιπτώσεις που ο Αστυνόμος δείχνει εμπιστοσύνη σε μια γυναίκα νιώθει ενοχές, πιστεύοντας ότι ο θαυμασμός του για αυτή μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην πρόοδο της έρευνας. Και ίσως να μην έχει άδικο, αν λάβουμε υπόψη ότι πολύ συχνά στις περιπέτειες του Αστυνόμου Χαρίτου αποκαλύπτεται τελικά ότι ο ένοχος είναι γένους θηλυκού, στοιχείο που παραπέμπει στους κανόνες της αμερικάνικης hard boiled λογοτεχνίας των αρχών του εικοστού αιώνα.
Πέρα από την αστυνομική λογοτεχνία
Στην πραγματικότητα όμως, ο Πέτρος Μάρκαρης, αν και χρησιμοποιεί πολλά από τα  μοτίβα του hard boiled, δεν γράφει hard boiled μυθιστορήματα. Η κριτική στάση του συγγραφέα απέναντι σε επίκαιρα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα αλλά και στις χρόνιες παθογένειες της Ελλάδας, επιτρέπει στα έργα του να περάσουν τα σύνορα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Το ίδιο συμβαίνει με το έργο και άλλων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας της Μεσογείου, του Μονταλμπάν, του Καμιλέρι, του Ιζζο και του Αττιά. Αυτό που δίνει ιδιαίτερη δύναμη στην κριτική του Μάρκαρη και, συγχρόνως, τον ξεχωρίζει από τους προαναφερθέντες, είναι η ταυτότητα και η πολιτική στάση του πρωταγωνιστή του, η οποία επηρεάζει την οπτική του γωνία. Ο Χαρίτος είναι Έλληνας αστυνομικός, έχει υπηρετήσει στην Αστυνομία κατά τη διάρκεια της Επταετίας, και αν και δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την πολιτική οι θέσεις του κλίνουν προς τη δεξιά. Αντιθέτως, ο Πέπε Καρβάλιο και ο Σάλβο Μονταλμπάνο παραδείγματος χάριν, μοιράζονται ένα αριστερό παρελθόν ενεργούς δράσης. Στην περίπτωση του Μάρκαρη έχουμε να κάνουμε με έναν αριστερών πεποιθήσεων συγγραφέα που γράφει για έναν δεξιών πεποιθήσεων αστυνομικό: το αποτέλεσμα είναι μια λογοτεχνία ειλικρινής που διακρίνεται από μια μοναδική κοινωνική ευαισθησία. Τα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη φιλοτεχνούν ένα ζωντανό και ίσως απαισιόδοξο πορτρέτο  της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, ένα πορτρέτο  που πολύ απέχει από την εικόνα της Ελλάδας του Mamma Mia και των τουριστικών οδηγών του Lonely Planet.
Ελένη Παπαγεωργίου
(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο The Books' Journal, τεύχος 10, Αύγουστος 2011.)



[i] Erdmann, Eva. “Nationality International: Detective fiction in the late twentieth century”. Investigating Identities. Questions of Identity in Contemporary International Crime Fiction. Επιμέλεια Marieke Krajenbrink και Kate M. Quinn. Amsterdam/New York: Rodopi, 2009. σ. 12
[ii] ό.π., σ. 13
[iii] ό.π., σ. 19
[iv] ό.π., σ. 25
[v] Μάρκαρης, Πέτρος. Νυχτερινό Δελτίο. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1995. σ. 19
[vi] ό.π., σ. 13
[vii] Μάρκαρης, Πέτρος. Ο Τσε Αυτοκτόνησε. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2003. σ. 198
[viii] Μάρκαρης, Πέτρος. Βασικός Μέτοχος. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2006. σ. 430
[ix] Μάρκαρης, Πέτρος. Παλιά, Πολύ Παλιά. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2008. σ. 180
[x] Μάρκαρης, Πέτρος. Ληξιπρόθεσμα Δάνεια. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010. σ. 116
[xi] Μάρκαρης, Πέτρος. Άμυνα Ζώνης. Αθήνα: Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1998. σ. 100
[xii] Μάρκαρης, Πέτρος. Ληξιπρόθεσμα Δάνεια.  ό.π., σ. 95
[xiii] Μάρκαρης, Πέτρος. Ο Τσε Αυτοκτόνησε. ό.π., σ. 130
[xiv]Μάρκαρης, Πέτρος. Άμυνα Ζώνης. ό.π., σ. 56
[xv] Μάρκαρης, Πέτρος. Ληξιπρόθεσμα Δάνεια. ό.π., σ. 190
[xvi] Μάρκαρης, Πέτρος. Παλιά, Πολύ Παλιά. ό.π., σ. 217
[xvii] Μάρκαρης, Πέτρος. Νυχτερινό Δελτίο. ό.π., σ. 241
[xviii]Μάρκαρης, Πέτρος. Άμυνα Ζώνης. ό.π., σ.  177
[xix] Μάρκαρης, Πέτρος. Ο Τσε Αυτοκτόνησε. ό.π., σ. 154
[xx] Μάρκαρης, Πέτρος. Νυχτερινό Δελτίο. ό.π., σ. 71