Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Καίγοντας βιβλία στη Βαρκελώνη

Όταν σήμερα μιλάμε για πολιτικό ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, πρόκειται σχεδόν πάντα για ένα μυθιστόρημα αστυνομικό. Φαίνεται ότι η φόρμα έχει πλέον αναπτύξει όλα τα απαραίτητα εργαλεία για το σχολιασμό της σύνθετης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία σε επίτομη έκδοση τριών από τα κορυφαία μυθιστορήματα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, επιστρέφουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και στο έργο ενός από  τους κορυφαίους εκπροσώπους του είδους.

Το σημείο καμπής για την ανάδειξη μιας αυθεντικής λογοτεχνικής φωνής εκ μέρους εκείνων των Ισπανών συγγραφέων που πειραματίστηκαν με το είδος  της αστυνομικής λογοτεχνίας ήταν η περίοδος της μετάβασης στη δημοκρατία μετά τη λήξη του φρανκικού καθεστώτος, περίοδος γνωστή και ως transición, μια εποχή έντονων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών αλλαγών. Ο José Colmeiro, στην εκτενή του μελέτη για την αστυνομική λογοτεχνία της Ισπανίας, θεωρεί ότι η συλλογική συνείδηση της ζωής σε μια νεογέννητη δημοκρατική και δυτική κοινωνία με πρωτόγνωρα προβλήματα και αξίες, σε συνδυασμό με την ελευθερία έκφρασης που αντικατέστησε τη λογοκρισία, ευνόησαν τη γέννηση νέων μορφών έκφρασης.[i] Η ανάκυψη της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ισπανία τη δεκαετία του 1970 δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το είδος δεν ήταν γνωστό και δόκιμο στη χώρα πρωτύτερα. Ωστόσο, η επαναφορά της δημοκρατίας σήμανε τη γέννηση μίας νέας λογοτεχνίας στη βάση της καθιερωμένης φόρμουλας του αστυνομικού αφηγήματος.

Για τον Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν (1939-2003), τον πατέρα της νέας ισπανικής αστυνομικής λογοτεχνίας, το ενδιαφέρον των σύγχρονών του συγγραφέων για τη νέα αυτή φόρμα έχει τη ρίζα του στην ολοένα μεγαλύτερη ταύτιση της Ισπανίας με τα άλλα δυτικά νεοκαπιταλιστικά κράτη κατά τη δεκαετία του 1960. Ο Μονταλμπάν εξηγεί:

«Και τότε οι κανόνες του παιχνιδιού σχετικά με τη διπλή αλήθεια της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τη διπλή αλήθεια, τη διπλή ηθική, τις διπλές λογιστικές μεθόδους, έδειχναν ήδη σημάδια του πόσο λεπτή είναι η γραμμή μεταξύ της πολιτικής και του εγκλήματος.»[ii]

Από τα παραπάνω είναι εμφανές ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ της ισπανικής αστυνομικής λογοτεχνίας και της σύγχρονης πολιτικής επικαιρότητας. Πόσο μάλλον όταν οι περισσότεροι συγγραφείς της πρώτης εκείνης γενιάς είχαν ως κοινό γνώρισμα ένα ενεργό πολιτικό παρελθόν και παρόν στην αριστερά, θυμίζοντας το παράδειγμα του γαλλικού neo-polar κινήματος, ενός ρεύματος έντονα πολιτικοποιημένης αστυνομικής λογοτεχνίας που προέκυψε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αυτοί οι αριστεροί ακτιβιστές βρήκαν στην αστυνομική λογοτεχνία ένα όχημα για να εκφράσουν τις ελπίδες και τις προσδοκίες τους από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Ισπανία. Λίγο αργότερα, μετά τη νίκη των σοσιαλιστών το 1982, η απομυθοποίηση και η απογοήτευση πήραν τη θέση της ελπίδας στα γραπτά τους.

Ο κανόνας της ηθικής αμφισημίας

Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν δημοσίευσε το πρώτο μυθιστόρημα της διάσημης σειράς Πέπε Καρβάλιο το 1974, με τον τίτλο Tatuaje (Τατουάζ)[iii]. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο, είχε κάνει την παρθενική του εμφάνιση δύο χρόνια νωρίτερα, το 1972, στο μυθιστόρημα Εγώ σκότωσα τον Κένεντι (Yo maté a Kennedy), το βιβλίο όμως δεν αποτελεί μέρος της σειράς, αλλά αυτοτελές έργο. Ο ντετέκτιβ του Μονταλμπάν εξελίσσεται, καθώς στη σειρά προστίθενται νέοι τόμοι, σε έναν πλήρως ανεπτυγμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Όπως γράφει η Susana Bayó Belenguer σε μια μελέτη για το έργο του συγγραφέα:

«Ενώ ο τυπικός ντετέκτιβ της hard-boiled σχολής παρουσιάζεται στον αναγνώστη ήδη ολοκληρωμένος, ο Βάθκεθ Μονταλμπάν αντιμετωπίζει το είδος με έναν τρόπο που σχετίζεται περισσότερο με την παραδοσιακή λογοτεχνία. Ο Καρβάλιο αποκαλύπτει αποσπάσματα της βιογραφίας του, ξεσκεπάζει τους φόβους και τα συναισθήματά του, τα απωθημένα και τις εμμονές του, γερνάει και αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου.»[iv]

Παρά τις αλλαγές που επηρεάζουν τα συναισθήματα του ντετέκτιβ και την κοσμοθεωρία του κατά την εξέλιξη της σειράς, ο Πέπε Καρβάλιο κατά βάση απεικονίζεται σαν «ένας κλασικός σκληρός (hard-boiled) ντετέκτιβ, τρυφερός όμως κατά βάθος».[v] Συνειδητά επιλέγει για τον εαυτό του μια μοναχική ζωή και παλεύει απελπισμένα να παραμείνει ανεξάρτητος. Συνεχώς, όμως, ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιλογή της μοναξιάς και τη συναισθηματική του προσκόλληση σε ανθρώπους. Δηλώνει με σιγουριά ότι «εμείς οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ είμαστε τα θερμόμετρα της κατεστημένης ηθικής»,[vi]ο ίδιος, ωστόσο, χρεώνεται μία αμφιλεγόμενη ηθική. Στις Θάλασσες του Νότου, ο Μονταλμπάν βάζει τον ήρωά του να παρευρίσκεται σε ένα στρογγυλό τραπέζι για το νουάρ μυθιστόρημα. Το συμπέρασμα του Καρβάλιο είναι ότι: «Ηθική αμφισημία. Ηθική αμφισημία. Εδώ βρίσκεται το κλειδί του μυθιστορήματος νουάρ. Μέσα σε αυτή την αμφισημία κολυμπάνε ήρωες όπως ο Μάρλοου ή ο Άρτσερ ή ο πράκτορας της Κοντινεντάλ».[vii]

Ο Καρβάλιο, όχι μόνο δρα με τον πιο ανήθικο τρόπο για να λύσει τις υποθέσεις που αναλαμβάνει, αλλά και η δικιά του καθημερινότητα και ο τρόπος ζωής του χαρακτηρίζονται από μια βαθιά έλλειψη ηθικής. Για παράδειγμα, η σύντροφός του, η Τσάρο, είναι μια ακριβή πόρνη, ενώ ο υπάλληλός του, o Μπισκουτέρ, είναι μια γνωριμία από τον καιρό που ο ντετέκτιβ πέρασε στη φυλακή. Χάρη στους περιθωριακούς του φίλους, ο Καρβάλιο αποκτά, βέβαια, «άμεση πρόσβαση σε πολλές όψεις της Βαρκελώνης που δεν αποκαλύπτονται σε όλους, μια ακτινογραφία του υπεδάφους της πόλης, του “barrio chino”».[viii] Ωστόσο, ο Young, σχολιάζοντας το έργο του Μονταλμπάν, στέκεται σε μια σκοτεινότερη άποψη της ανάμειξης του πρωταγωνιστή με τον υπόκοσμο της Βαρκελώνης. Στη σειρά, υποστηρίζει, «οι μη-συμβατικοί χαρακτήρες σπάνια υπάρχουν πέρα από μια ιεραρχία τύπου εξουσιαστή/υποταγμένου».[ix] Η Τσάρο φαίνεται να εξαρτάται από τις αλλαγές στη διάθεση του Καρβάλιο και τις μονομερείς του αποφάσεις σχετικά με τη σχέση τους. Ο Μπρομούρο, ο πληροφοριοδότης του Καρβάλιο, προσφέρει τις υπηρεσίες του καθώς του καθαρίζει τα παπούτσια, ενώ ο Μπισκουτέρ είναι μάλλον μπάτλερ παρά βοηθός.

Μόνο εμπόδιο σε αυτή την ηθική στάση στέκεται η μέγιστη δέσμευση που του επιβάλλει η δουλειά του ως ιδιωτικού ερευνητή: αφοσίωση στον πελάτη, έως ότου να λυθεί η υπόθεση και να εισπραχθεί η αμοιβή. Το επάγγελμα του ντετέκτιβ είναι για τον Καρβάλιο «ένας ρόλος που ενδύεται και αποδύεται κατά τη θέλησή του»,[x] τίποτα περισσότερο από μία δουλειά που του παρέχει μιαν άνετη ζωή. Όταν ερωτάται για τα κίνητρά του, επιμένει ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η αμοιβή του. Παρόλ’ αυτά, μερικές υποθέσεις τον ελκύουν περισσότερο από άλλες. Οι μέθοδοί του είναι συχνά αμφιλεγόμενες. Ο Μονταλμπάν αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της ερευνητικής μεθόδου της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας ή την ενεργή ανάμειξη του ντετέκτιβ, που συνηθίζεται στην hard-boiled αστυνομική λογοτεχνία. Ο Πέπε Καρβάλιο οδηγείται στη λύση του μυστηρίου χάρη σε κάποιο ατύχημα, ακολουθώντας το ένστικτό του, ή, ακόμα, εμπνεόμενος από κάποιο λογοτεχνικό απόσπασμα ή από τους στίχους κάποιου τραγουδιού.[xi]

Ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, μέσω συχνών διακειμενικών αναφορών σε διάσημους κινηματογραφικούς και λογοτεχνικούς ντετέκτιβ, παρωδεί τα μοτίβα της hard-boiled παράδοσης. Έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε πώς χειρίζεται τα τικ του χαρακτήρα του ντετέκτιβ:

«Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο Καρβάλιο, με την υπερβολική αφοσίωσή του στη γαστρονομία και την καύση βιβλίων, είναι μια τραβηγμένη σάτιρα του παραδοσιακού χαρακτηρισμού των ντετέκτιβ μέσω κάποιου μοναδικού χαρακτηριστικού τους, το οποίο υποτίθεται ότι τους εξανθρωπίζει.» [xii]

Σχετικά με τη συνήθεια του Καρβάλιο να καίει βιβλία, ο Μονταλμπάν βρίσκει σε αυτές τις σκηνές μια εξαιρετική ευκαιρία για να αναφερθεί σε λογοτεχνικά έργα ή κοινωνικοπολιτικά δοκίμια, σχολιάζοντάς τα με κριτική ματιά. Επίσης, όπως υποστηρίζει ο Colmeiro, η ιεροτελεστία της καύσης των βιβλίων και των περιοδικών στο σπίτι του ήρωα στην Vallvidrera είναι ένα σύμβολο της ρήξης του με την ήδη καθιερωμένη λογοτεχνία της vanguardia όπως και με την κανονιστική λογοτεχνία.[xiii] Ακόμα και ο ίδιος ο Καρβάλιο, στο Τατουάζ, παραδέχεται την αμφιθυμία του:

«Έσπρωξε το ανοιχτό βιβλίο κάτω από τα κούτσουρα στο τζάκι. Καθώς το άναβε, ένιωσε πάλι διχασμένος: από τη μία, δεν του άρεσε να βλέπει το βιβλίο να καίγεται, από την άλλη, ανυπομονούσε να δει τις φλόγες να φουντώνουν και να το μεταμορφώνουν σε ένα σωρό σβησμένων λέξεων.»

Όσο για την εμμονή του ντετέκτιβ με τη γαστρονομία, λειτουργεί ως υποκατάστατο της συζήτησης για πιο σοβαρά πολιτικοκοινωνικά θέματα. Σε κάποιο σημείο, ο Μονταλμπάν γράφει για τον πρωταγωνιστή του ότι «ο μοναδικός του πατριωτισμός ήταν γαστρονομικός»[xiv]. Στην πραγματικότητα, ο Πέπε Καρβάλιο είναι αποστασιοποιημένος όχι μόνο από τον πατριωτισμό αλλά και από την πολιτική. Από το ένα μυθιστόρημα στο επόμενο, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι όλο και πιο απογοητευμένος από την πολιτική και την κοινωνία. Στο μυθιστόρημα Ο ελληνικός λαβύρινθος (1992), η δράση τοποθετείται κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης του 1992. Ο ντετέκτιβ είναι εξοργισμένος με την ανάμειξη ορισμένων πρώην κομμουνιστών στη βιομηχανία των Ολυμπιακών. Αναφωνεί: «Από τη Σιέρα Μαέστρα στην Ολυμπία. Από τη “Μεγάλη Πορεία” στα πενήντα χιλιάδες μέτρα δρόμο».[xv] Ο ίδιος, προτιμάει να μην ανακατεύεται καθόλου, φτάνοντας στο άλλο άκρο: «Δεν είμαι ούτε καν ουδέτερος. Είμαι χοντρόπετσος» αναγγέλλει ο Καρβάλιο στο Τατουάζ.

Παρά την κραυγαλέα απάθεια του ντετέκτιβ προς την πολιτική, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ομολογεί ότι δημιούργησε τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του Καρβάλιο, πρώτα από όλα, ως ένα εργαλείο για να επιτύχει τον στόχο που έθεσε, λύνοντας παράλληλα το πρόβλημα της οπτικής γωνίας.[xvi] Ο στόχος αυτός είναι η καταγραφή της εικόνας της κοινωνίας μέσα από τα μάτια ενός περιθωριακού χαρακτήρα, που θα μπορεί να κινείται ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, μετατρέποντας έτσι το είδος του αστυνομικού αφηγήματος σε ένα εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας.[xvii] Ο συγγραφέας βρήκε στην αστυνομική λογοτεχνία τον ιδανικό τρόπο για να διαπραγματευτεί όσα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα τον ενδιαφέρουν.

Όσο για τη μέθοδο που χρησιμοποιείται στην αστυνομική λογοτεχνία προκειμένου να θιγούν πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, ο Georges Tyras στο άρθρο του “Le noir espagnol: postmodernité et écriture du consensus”, υποστηρίζει ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι στην πραγματικότητα μία πιο αναλυτική και πιο λογοτεχνική εκδοχή της δημοσιογραφικής έρευνας.[xviii] Αυτό συμβαίνει και στα έργα του Μονταλμπάν στα οποία ο συγγραφέας σχολιάζει πολυάριθμα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της επικαιρότητας: από τις πρόσφατες εθνικές εκλογές και τη δράση της ΕΤΑ μέχρι τα σκάνδαλα γύρω από την κατασκευή οικιστικών συγκροτημάτων στη Βαρκελώνη. Η ισπανική αστυνομία είναι ένας ακόμα σταθερός στόχος της κριτικής του συγγραφέα, μάλιστα η αστυνομία χρησιμοποιείται στα μυθιστορήματα ως σύμβολο του φρανκικού παρελθόντος. Η Susana Bayó Belenguer γράφει σχετικά με την αναπαράσταση της αστυνομίας:

«Η αστυνομική δύναμη αντιπροσωπεύει την εξουσία και τη δύναμη μια κοινωνικής τάξης που ο ντετέκτιβ απορρίπτει, και η σχέση μεταξύ τους είναι, αν όχι μια μικρογραφία της πάλης των τάξεων, τουλάχιστον μια αναπαραγωγή του παραδοσιακού παιχνιδιού αφέντη-σκλάβου (…) Η ένταση μεταξύ της αστυνομίας και του ντετέκτιβ μεταβάλλεται σε μια σταθερή υπενθύμιση της φρανκικής καταπίεσης και του παρελθόντος της μετάβασης στη δημοκρατία.»[xix]



Η πόλη που πληγώναμε

Ένα από τα ζητήματα της επικαιρότητας που αγγίζει ο Μονταλμπάν στη σειρά είναι η προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης του 1992. Όπως, άλλωστε, γράφει στο Ο ελληνικός λαβύρινθος «κάθε Ολυμπιάδα έχει τη σκιά της και στη σκιά κάθε Ολυμπιάδας κερδίζεις ή χάνεις χρήμα».[xx] Πέρα από τη σκληρή κριτική για την ύποπτη συμμετοχή πρώην αριστερών αγωνιστών στην οργάνωση των Αγώνων, ο Πέπε Καρβάλιο ανησυχεί για τη βίαιη μεταμόρφωση της πόλης πριν από τους Αγώνες. Φοβάται ότι η Βαρκελώνη της επόμενης μέρας θα είναι μια άλλη πόλη, μια πόλη σχεδιασμένη για επίδοξους τουρίστες και όχι για τους κατοίκους της. Στο Ο ελληνικός λαβύρινθος, το μυθιστόρημα όπου η θεματική των Ολυμπιακών Αγώνων κυριαρχεί, ο Καρβάλιο εκφράζει την ανησυχία του, καθώς περιφέρεται σε μια Βαρκελώνη που αλλάζει συνεχώς:

«Περπάτησε στα σοκάκια που είχαν εγκαταλειφθεί στην άχρηστη ιστορία τους, προς αναζήτηση της πόλης που είχε ανακαινιστεί για να λειτουργήσει ως ολυμπιακή βιτρίνα. Ο καθεδρικός ναός ξεπρόβαλε, αν και από μακριά, πάνω από τα έργα ενός υπόγειου χώρου στάθμευσης, που θα επέτρεπε την αύξηση του αριθμού των Γιαπωνέζων που θα τον επισκέπτονταν μέχρι το 2000. “Σας ζητούμε συγνώμη για την ενόχληση. Εργαζόμαστε για εσάς. Barcelona posat guapa. Barcelona més que mai”. Όλος ο κόσμος έδειχνε να είναι περαστικός, η ίδια η πόλη ήταν περαστική,  ανάμεσα σε ένα παρελθόν γνωστό και ένα μέλλον χωρίς συγκεκριμένα όρια.»[xxi]

Ο Πέπε Καρβάλιο θεωρεί τη Βαρκελώνη κομμάτι του εαυτού του. Συχνά περπατά για ώρες άσκοπα στο κέντρο της πόλης, ένας σύγχρονος flâneur. Για τον Ralph Willet, ο flâneur, όπως παρουσιάζεται στη hard-boiled λογοτεχνία, είναι «κάποιος που ακούει, ψάχνει και πάνω απ’ όλα (…) βλέπει και αποκρυπτογραφεί τα σημαίνοντα αυτού του λαβυρίνθου κατοικημένων χώρων και οικοδομημάτων που αποτελούν τη σύγχρονη μητρόπολη- παράξενη και απειλητική αλλά ταυτόχρονα εθιστική».[xxii] Στις περιγραφές των περιπάτων του στο κέντρο της Καταλανικής πρωτεύουσας., το όμορφο και το άσχημο, η χαρά και η λύπη, η αρετή και η διαφθορά συνυπάρχουν. Με αυτόν τον τρόπο, ο ντετέκτιβ αποκαλύπτει τη διπλή φύση της πόλης. Σε ένα απόσπασμα από το Οι θάλασσες του Νότου:

«Δίπλα στο παράπηγμα που πουλούσαν εισιτήρια για τις γκολοντρίνας, ήταν πεσμένο ένα κουρελιάρικο και βρώμικο κορίτσι μ’ ένα μισοκοιμισμένο βυζανιάρικο μωρό. (…) Ζητιάνοι, άνεργοι, οπαδοί του Μικρού Ιησού και της πανάγιας μητέρας που τον γέννησε. Η πόλη έμοιαζε να έχει πλημμυρίσει από ανθρώπους που είχαν δραπετεύσει απ’ όλα και απ’ όλους.»[xxiii]

Ο Καρβάλιο είναι αυτό που ο Ralph Willet, θεωρητικός της αστυνομικής λογοτεχνίας, καλεί φιλόσοφο-περιπατητή, κάποιος που κινείται αν άμεσα στις  μοντέρνες αστικές απολαύσεις, κρατώντας ωστόσο μια απόσταση, που αισθητικοποιεί την πόλη και την θεωρεί σαν γνήσιο θέαμα».[xxiv] O Ralph Willet προσθέτει ότι στη hard-boiled λογοτεχνία «αυτή η αναζήτηση οπτικής κατανόησης έχει μια διαφορετική σημασία» καθώς «η λύση του εγκλήματος προκαλεί την αναγνώριση της διπλής πραγματικότητας και της διαφθοράς, κάνοντας διάφανη την κοινωνική μορφολογία της φανταστικής πόλης».[xxv]Αυτό γίνεται φανερό στο τέλος του Οι θάλασσες του Νότου, όταν, μετά την επιστροφή του στο σπίτι στην Vallvidrera και αφού έχει βρει το σκύλο του δολοφονημένο, ο Καρβάλιο στρέφει την οργή του στην πόλη:

«Ατενίζοντας τη φωτισμένη πόλη, φώναξε:

-Παλιοπούστηδες! Παλιοπούστηδες!»[xxvi]

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η τελευταία σκηνή του Ο ελληνικός λαβύρινθος. Ο Καρβάλιο περπατά προς το λιμάνι, λίγο μετά την ανάγνωση του αποχαιρετιστήριου γράμματος της Τσάρο. Εκεί, «πάνω στα βρόμικα νερά, τα γεμάτα κηλίδες από λάδια και από υπολείμματα από ανάξια ναυάγια», φαντάζεται ότι βλέπει να επιπλέει το σώμα της Κλερ, της γυναίκας που ερωτεύτηκε. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι είναι παραίσθηση. Τώρα πια βλέπει μόνο «το νερό, σαν βρόμικο γυαλί, και τα βαριά σκαριά των πλοίων, τόσο βαριά που φάνταζαν πέτρινα».[xxvii]Η βρωμιά της πόλης κατηφορίζει προς τη θάλασσα, μολύνοντας το νερό, σύμβολο της καθαρότητας και της ζωής, με σκουπίδια και θάνατο.



Φιλοσοφώντας την απόλαυση

Η Βαρκελώνη μπορεί να είναι μια πόλη αμφιλεγόμενης ηθικής, κυριευμένη από το έγκλημα και το θάνατο, αλλά είναι την ίδια στιγμή μια πόλη όπου μπορείς να φας και να πιείς καλά. Ο Μονταλμπάν δεν αγνοεί αυτή την όψη της και ενσωματώνει στα μυθιστορήματά του πολυάριθμες και μακροσκελείς περιγραφές των επισκέψεων του Καρβάλιο σε εστιατόρια και μπαρ, όπως και της προετοιμασίας σύνθετων πιάτων από τον ίδιο τον ντετέκτιβ.  Ο Καρβάλιο είναι ένας πραγματικός γαστρονόμος και έχει αναπτύξει μια ολόκληρη φιλοσοφία γύρω από το φαγητό. Η ενσωμάτωση συνταγών στην αφήγηση παίζει διπλό ρόλο: αφενός, είναι μια αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου, ένας τρόπος να αναπαρασταθεί το μυθοπλαστικό σύμπαν της σειράς των μυθιστορημάτων προσθέτοντας λίγο τοπικό χρώμα, αφετέρου, οι συνταγές λειτουργούν σαν να είναι κομμάτια ενός βιβλίου συνταγών.[xxviii] Επίσης, τα γαστρονομικά αποσπάσματα αναλαμβάνουν το ρόλο ενός επιβραδυντικού μηχανισμού της ανάπτυξης της ιστορίας, βοηθώντας έτσι να διατηρηθεί το σασπένς.[xxix] Η επιβράδυνση της δράσης δεν ωφελεί μόνο τον αναγνώστη, αλλά και τον πρωταγωνιστή. Καθώς απολαμβάνει ένα γεύμα σε ένα εστιατόριο ή μαγειρεύει στην κουζίνα του, ο Καρβάλιο βρίσκει την έμπνευση που χρειάζεται για να λυθεί η υπόθεση που ερευνά.

Επιπλέον, «η μαγειρική λειτουργεί ως μια αθώα εκτόνωση της συσσωρευμένης επιθετικότητας και ως συμβολική ανακατασκευή της βίας της εγκληματικής υπόθεσης με έναν τρόπο δεισιδαιμονικού και μακάβριου εξορκισμού που διπλασιάζει τις συνθήκες του θανάτου του θύματος.»[xxx]Το παράδειγμα εντοπίζεται στο ξεκίνημα του Τατουάζ, του πρώτου μυθιστορήματος της σειράς, όταν ο Καρβάλιο, αφού του ζητείται να αναλάβει την υπόθεση ενός άντρα που βρίσκεται νεκρός στη θάλασσα με το πρόσωπό του φαγωμένο από τα ψάρια, μαγειρεύει ένα σύνθετο πιάτο από πεσκανδρίτσα, μπακαλιάρο, κυδώνια, μύδια και γαρίδες.

Για τον Πέπε Καρβάλιο, όπως δηλώνει στο Τατουάζ, «το σεξ και το φαγητό είναι τα δύο πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή». Είναι αλήθεια ότι το σεξ και ο αισθησιασμός έχουν μια ξεχωριστή θέση στα μυθιστορήματα του Μονταλμπάν. Στον Καρβάλιο αρέσουν οι γυναίκες και οι γυναίκες, με τη σειρά τους, φαίνεται να ελκύονται από αυτόν. Ωστόσο, ο ντετέκτιβ δεν είναι ελεύθερος, αλλά έχει μια μακροχρόνια σχέση με την Τσάρο, μια ώριμη πόρνη του Barrio Chino, μιας κακόφημης περιοχής του κέντρου της Βαρκελώνης. Κανείς τους δεν αποφασίζει να επισημοποιήσει τη σχέση. Η Τσάρο συνεχίζει να δουλεύει ως ιερόδουλη και ο Καρβάλιο διστάζει να της ζητήσει να παντρευτούνε. Όμως, «παρά τον πραγματισμό και την οικονομική ανεξαρτησία της, η Τσάρο φαίνεται να είναι εξαιρετικά εξαρτημένη από τον Καρβάλιο για την ερωτική της ικανοποίηση και τη συναισθηματική της ολοκλήρωση και να φέρεται σαν να είναι παιδί όταν εκείνος είναι παρών».[xxxi] Από τη μεριά του, ο Καρβάλιο, σαν για να τιμωρήσει την Τσάρο για την επιμονή της να εξασκεί το επάγγελμά της, συνηθίζει να εξαφανίζεται για μέρες και να ξεκινάει παράλληλες σχέσεις με άλλες γυναίκες. Σύντομα, όταν η περιέργεια και το πάθος του έχουν ικανοποιηθεί, επιστρέφει στην πιστή του ερωμένη.

Η σταθερή σχέση του Καρβάλιο με την Τσάρο φαίνεται να απειλείται όντως στο Ο ελληνικός λαβύρινθος, όπου ερωτεύεται μια χίμαιρα, την Κλερ και δίνει την εντύπωση να έχει χάσει το δρόμο της επιστροφής του στην Τσάρο. Μια μυστηριώδης γυναίκα, δανεισμένη από κάποια κλασική ταινία του Hollywood, η Κλερ συγκλονίζει τον Καρβάλιο. Στην πρώτη τους συνάντηση, ο ντετέκτιβ ζει ένα συναισθηματικό και φυσικό σοκ. Παρά την αθώα και γοητευτική της εμφάνιση, η Κλερ είναι μια επικίνδυνη γυναίκα, μια femme fatale. Δεν πρέπει να εκπλήσσεται, επομένως, ο αναγνώστης που, όταν αποκαλύπτεται ότι η εκείνη είναι ο δολοφόνος υπό αναζήτηση, ο Καρβάλιο εύγλωττα συμπεραίνει: «Υπάρχουν γυναίκες που ρουφάνε σαν νεροχύτης».[xxxii]

Η κατασκευή του χαρακτήρα της Κλερ ως femme fatale είναι μόνο ένα πειστήριο στο επιχείρημα ότι ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, όταν κατασκεύασε τον μυθοπλαστικό κόσμο της σειράς, συνειδητά χρησιμοποίησε πολλά από τα μοτίβα της παράδοσης του hard-boiled. Η τοποθέτηση των έργων του, όμως, στο είδος της hard-boiled αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είναι αρκετή. O Colmeiro υποστηρίζει ότι τα μοτίβα του είδους   λειτουργούν ως ραχοκοκαλιά του έργου ή αλλιώς ως ενωτικό στοιχείο των διαφόρων υλικών που χτίζουν το μοναδικό σύνολο που είναι το κάθε μυθιστόρημα της σειράς.[xxxiii] Για το συγγραφέα, τα έγκλημα είναι μια μόνο από τις διαστάσεις των μυθιστορημάτων του. Με άλλα λόγια,   ο Μονταλμπάν καρπώνεται κάποια στοιχεία της αστυνομικής λογοτεχνίας που υπηρετούν το σκοπό του «να κατασκευάσει ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι μέσα από τα κοινωνικοπολιτικό, πολιτιστικό, αισθητικό και ηθικό τοπίο, από την εποχή του Φράνκο στην μετάβαση στη δημοκρατία και στα χρόνια των σοσιαλιστών».[xxxiv] Γράφοντας τη σειρά Καρβάλιο, δηλαδή, ο Μονταλμπάν πειραματίζεται με μια δημοφιλή φόρμα γραφής με σκοπό να γράψει ένα μυθιστορηματικό χρονικό της σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας. Το πείραμα αποδεικνύεται πετυχημένο, όπως φάνηκε όχι μόνο από την επιτυχία της σειράς στην Ισπανία και όπου αλλού έχει μεταφραστεί αλλά και από την βαθιά του επιρροή σε πολλούς άλλους συγγραφείς της περιοχής της Μεσογείου που βρήκαν στον Μονταλμπάν τον πατέρα μιας νέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Ανάμεσα σε αυτούς και ο δικός μας Πέτρος Μάρκαρης, ο οποίος στις αρχές Φεβρουαρίου 2012 βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Δήμου της Βαρκελώνης BCNegre με το βραβείο που φέρει το όνομα του Pepe Carvalho- ποιανού άλλου;΄
Ελένη Παπαγεωργίου
(Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο The Books' Journal, τεύχος Φεβρουαρίου 2012)




[i]Colmeiro, José F. La novela policiaca española. Teoría e historia crítica. Barcelona: Anthropos, 1994. σ. 167
[ii]Tyras, Georges. “Le roman policier ou le sous-sol de la société. Entretien avec Manuel Vázquez Montalbán”. Mouvements 15/16 (2001).σ. 112
[iii]Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Σε αυτό το άρθρο ο τίτλος θα αποδοθεί στα ελληνικά ως Τατουάζ. Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων είναι της αρθρογράφου.
[iv]Bayó Belenguer, Susana. “Montalbán’s Carvalho Series as Social Critique”. Crime Scenes. Detective Narratives in European Culture since 1945. Επίμ.Anne Mullen και Emer O’Beirne. Amsterdam και Atlanta, GA: Rodopi, 2000. σ. 303
[v] Walsh, Anne L. “Questions of Identity: An Exploration of Spanish Detective Fiction”. Investigating Identities. Questions of Identity in Contemporary International Crime Fiction. Επίμ. Marieke Krajenbrink και Kate M. Quinn. Amsterdam και New York: Rodopi, 2009. σ. 60
[vi]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. Η Βαρκελώνη του Μανόλο. Μτρφ. Βέρα Δαμόφλη. Αθήνα: Μεταίχμιο,2012.σ. 21
[vii]ό.π., σ. 71
[viii] Young, Adrian R. “Montalbán’s Carvalho: Spanish Society, Identity and the Detective”. Crime Scenes. Detective Narratives in European Culture since 1945. ό.π., σ. 317
[ix]ό.π., σ. 318
[x]ό.π., σ. 315
[xi]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 183
[xii]ό.π., σ. 184
[xiii]ό.π., σ. 176
[xiv]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 74
[xv]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. Η Βαρκελώνη του Μανόλο. Μτρφ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη. Αθήνα: Μεταίχμιο,2012. σ. 291
[xvi]Tyras, Georges. “Le roman policier ou le sous-sol de la société. Entretien avec Manuel Vázquez Montalbán”. ό.π., σ. 116
[xvii]ό.π.,σ. 114
[xviii]Tyras, Georges. “Le noir espagnol: postmodernité et écriture du consensus”. Mouvements 15/16 (2001). σ. 75
[xix]Bayó Belenguer, Susana. “Montalbán’s Carvalho Series as Social Critique”. ό.π., σ. 304
[xx]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός  λαβύρινθος. ό.π., σ. 285
[xxi]ό.π., σ. 319
[xxii] Willet, Ralph. The Naked City. Urban Crime Fiction in the USA. Manchester και New York: Manchester University Press, 1996. σ. 3
[xxiii]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 107
[xxiv] Willet, Ralph. ό.π., σ. 3
[xxv]ό.π., σ. 3
[xxvi]Manuel Vázquez Montalbán. Οι θάλασσες του Νότου. ό.π., σ. 258
[xxvii]ManuelVázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. ό.π., σ. 438

[xxix]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 187
[xxx]ό.π., σ. 187
[xxxi] Young, Adrian R. ό.π., σ. 318
[xxxii]Manuel Vázquez Montalbán. Ο ελληνικός λαβύρινθος. ό.π., σ. 434
[xxxiii]Colmeiro, José F. ό.π., σ. 182
[xxxiv]Bayó Belenguer, Susana. “Popular Collage in the Carvalho Series of Manuel Vázquez Montalbán”. Reading the Popular in Contemporary Spanish Texts. Επίμ.Shelley Godsland και Nickianne Moody. Newark: University of Delaware Press, 2004. σ. 31

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Τραγουδώντας βραχνά για τη Μασσαλία

Ο πρώτος τόμος της Τριλογίας της Μασσαλίας του Ζαν - Κλωντ Ιζζό, Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1995. Μετά από την εντυπωσιακή επιτυχία του βιβλίου, ακολούθησε το 1996 το Τσούρμο, ενώ δύο χρόνια μετά εμφανίστηκε στα ράφια των γαλλικών βιβλιοπωλείων και ο τρίτος τόμος, με τον τίτλο Soléa. Με αφορμή την κυκλοφορία των τριών έργων της Τριλογίας σε έναν τόμο, αυτό το κείμενο επιχειρεί να απαντήσει στην ερώτηση: «Γιατί η Τριλογία της Μασσαλίας είναι ένα έργο σταθμός της ευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας;».

Ο Ζαν - Κλωντ Ιζζό (1945-2000) ξεκίνησε την καριέρα του ως στρατευμένος δημοσιογράφος της αριστεράς και έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο της λογοτεχνίας πολύ πριν την κυκλοφορία της Τριλογίας της Μασσαλίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, είχε δημοσιεύσει κάποιες ποιητικές συλλογές ενώ παράλληλα ερχόταν όλο και πιο κοντά στο είδος του polar,[i] όπως καλείται η αστυνομική λογοτεχνία στην Γαλλία, μέσα από τη συμμετοχή του σε σχετικά εκδοτικά και πολιτιστικά εγχειρήματα. Η αφοσίωσή του στην ποίηση, η μακρά επαγγελματική του πορεία στη δημοσιογραφία, αλλά και η βαθιά του αγάπη για τη Μασσαλία, την πόλη του, ανιχνεύονται στην Τριλογία της Μασσαλίας, τρία μυθιστορήματα που δεν μπορούν να χωρέσουν εύκολα σε καμία λογοτεχνική κατηγορία. Η Τριλογία υπήρξε ένα πραγματικό λογοτεχνικό φαινόμενο στη Γαλλία των μέσων της δεκαετίας του 1990, με όρους εμπορικούς και όχι μόνο. Χωρίς, μάλιστα, να αποτελεί επιδίωξη του συγγραφέα, στάθηκε αφορμή για την ανάδυση μίας νέας σχολής στη γαλλική αστυνομική λογοτεχνία, γνωστή ως polar aïoli ή polar Marseillais, έναν ιδιαίτερο τύπο αστυνομικών μυθιστορημάτων γραμμένων από Μασσαλιώτες συγγραφείς, με την πλοκή τους να τοποθετείται σταθερά στη σύγχρονη Μασσαλία.  

Ζητήματα τιμής

Τα μυθιστορήματα του Ζαν - Κλωντ Ιζζό διαδραματίζονται στη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Γαλλίας, τη Μασσαλία, και πρωταγωνιστής τους είναι ένας αστυνομικός, ο Φαμπιό Μοντάλ. O Ιζζό ονόμασε τον ήρωά του Μοντάλ αποτίοντας έτσι φόρο τιμής στο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, αλλά και στον ιταλό ποιητή Eugenio Montale.[ii] Ο Φαμπιό Μοντάλ, του οποίου οι γονείς ήταν ιταλοί μετανάστες, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη μεταπολεμική Μασσαλία, στην εργατική και πολυεθνική συνοικία του Πανιέ. Σε νεαρή ηλικία, μαζί με τους φίλους του, τον Manu, γιo μεταναστών από τη Βαρκελώνη, και τον Ουγκό, γιo μεταναστών από τη Νάπολη, άρχισε να επιδίδεται σε μικροεγκληματικές δραστηριότητες. Σοκαρισμένος μετά από ένα βίαιο επεισόδιο, κατετάγη στον αποικιακό στρατό στο Τζιμπουτί και στη συνέχεια στο αστυνομικό σώμα. Δεν έγινε ποτέ όμως ένας τυπικός αστυνομικός. Όπως σχολιάζει ο Hewitt, “παρά την ταπεινή του καταγωγή, ο Μοντάλ έχει συσσωρεύσει ένα ασυνήθιστα πλούσιο φορτίο πολιτιστικών γνώσεων”.[iii] Όπως ο Σάλβο Μονταλμπάνο, ο σικελός πρωταγωνιστής των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Αντρέα Καμιλλέρι, απολαμβάνει το διάβασμα, ο Μοντάλ είναι ειδικός στη μουσική.[iv] Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο πρωταγωνιστής περιγράφει τον εαυτό του:

«Μ’ άρεσε το ψάρεμα και η σιγή. Να περπατάω στους γύρω λόφους. Να πίνω δροσερό Κασίς. Και αργά τη νύχτα, Lagavulin ή Oban. Μιλούσα λίγο. Είχα όμως άποψη για όλα. Για τη ζωή, για το θάνατο. Για το Καλό, το Κακό. Ο κινηματογράφος ήταν το πάθος μου. Όσο και η μουσική.»[v]

               Όταν μπήκε στην αστυνομία, ο Φαμπιό Μοντάλ είχε συνειδητά αποφασίσει να αφήσει πίσω του τη ζωή του εγκληματία. Παρόλ’ αυτά, η στάση του απέναντι στους θεσμούς, την αστυνομία, το κράτος και το δικαστικό σύστημα είναι προβληματική. Το κίνητρό του για να εμπλακεί σε μια έρευνα έχει πάντα καθαρά προσωπικό χαρακτήρα. Στην Τριλογία της Μασσαλίας, τα θύματα είναι φίλοι, συγγενείς, ερωτικοί σύντροφοι ή νεαρές μετανάστριες που ο πρωταγωνιστής νιώθει ιδιαίτερα κοντά τους όντας και ο ίδιος μετανάστης δεύτερης γενιάς. Ο  Μοντάλ ερευνά επειδή θέλει να καταλάβει. Επιπλέον, επιζητά την εκδίκηση για χάρη της αγάπης και της τιμής, «την τιμή της νιότης μας, της αμοιβαίας φιλίας μας. Και των αναμνήσεων».[vi] Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, λόγου χάριν, ερευνά τη βίαιη δολοφονία ενός από τους παιδικούς του φίλους, του Ουγκό, αλλά και το βιασμό και το θάνατο της Λεϊλά, μιας νεαρής γυναίκας αραβικής καταγωγής με την οποία είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερη τρυφερή σχέση. Στο Τσούρμο, ο  Μοντάλ, που έχει πλέον εγκαταλείψει την αστυνομία, αναγκάζεται να ξαναμπεί σε δράση όταν ο γιος της αγαπημένης του ξαδέρφης, ο έφηβος Γκουιτού, εξαφανίζεται. Όσο για το  Soléa, η Μπαμπέτ, πρώην ερωμένη και νυν καλή φίλη του Μοντάλ, βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο, όταν μπαίνει στο στόχο της ιταλικής Μαφίας εξαιτίας των δημοσιογραφικών της ερευνών. Και στα τρία μυθιστορήματα, καμία έρευνα δεν ανατίθεται επίσημα στο Φαμπιό Μοντάλ. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από το να προστατεύει τα αγαπημένα του πρόσωπα ή να παίρνει εκδίκηση στο όνομά τους.

Καθώς αγωνίζεται να καταλάβει, απελπίζεται. Είναι ένας άντρας μόνος που παλεύει να «ασκήσει ακόμα και ελάχιστο έλεγχο στο χάος της σύγχρονης ύπαρξης»,[vii] με άλλα λόγια, ένας αρχετυπικός νουάρ ήρωας. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Μοντάλ συνειδητοποιεί την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται: «Είχα μείνει μόνος και θα έκανα βουτιά στα σκατά».[viii] Η απογοήτευση του Μοντάλ δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική του εμπλοκή σε βίαιες υποθέσεις αλλά και με τη σκοτεινή πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει. Με τα δικά του λόγια:

«Τίποτα δεν καταλάβαινα πια. Ήμουν νοκ-άουτ. Το μίσος και η βία. Οι κακοποιοί, οι μπάτσοι, οι πολιτικάντηδες. Με λίπασμα την μιζέρια, την ανεργία, το ρατσισμό. Με ζωύφια πιασμένα σε ιστό αράχνης μοιάζαμε όλοι μας. Παλεύαμε να ξεφύγουμε, ήταν σίγουρο όμως ότι θα μας έτρωγε τελικά η αράχνη.»[ix]

Στην πράξη, αυτές ακριβώς είναι οι θεματικές που απασχολούν τον Ιζζό στην Τριλογία του: το οργανωμένο έγκλημα, η πολιτική διαφθορά, η φτώχεια, ο ρατσισμός. Η αστυνομία και το δικαστικό σύστημα φαίνονται να είναι θεσμοί διεφθαρμένοι και αναξιόπιστοι. Ο Μοντάλ δεν εγκρίνει τις μεθόδους της αστυνομίας, ειδικά όταν πρόκειται για την εγκληματικότητα των νεαρών μεταναστών των βορείων προαστίων της πόλης. Όσο για την άποψή του για τη δικαιοσύνη, έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη σε αυτή. Όπως ισχυρίζεται η Claire Gorrara, στην Τριλογία της Μασσαλίας, ο Ιζζό εκθέτει έντεχνα μια  «καλοδουλεμένη κριτική της καπιταλιστικής κουλτούρας της εποχής του»[x]. Για τον Edmund J.Smith, από την άλλη, η Τριλογία μπορεί να διαβαστεί ως ένα κείμενο έντονα πολιτικό, λόγω της συνειδητής άμεσης και έμμεσης κριτικής της σύγχρονης Γαλλίας που ασκείται μέσα από τα μυθιστορήματα.[xi] Η κριτική αυτή φανερώνει επιπλέον την επιρροή του néo-polar κινήματος στα μυθιστορήματα της Τριλογίας. Η παρουσίαση του κράτους ως ενός διεφθαρμένου συστήματος σε συνεργασία με το οργανωμένο έγκλημα, η κατασκευή του κεντρικού χαρακτήρα ως αποδιοπομπαίου τράγου και η απαισιοδοξία που διέπει συνολικά την Τριλογία είναι επιπλέον στοιχεία που αποδεικνύουν την néo-polar επιρροή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι έχουμε να κάνουμε με néo-polar μυθιστορήματα. Η έμφαση στην προσωπική κρίση του Μοντάλ και στις υπαρξιακές του περιπέτειες δεν μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε τον Ζαν - Κλωντ Ιζζό παρά μόνο ως έναν ‘’απόγονο’’ του néo-polar.

Μια πόλη στο μεταίχμιο

Στην Τριλογία της Μασσαλίας, η πόλη δεν είναι μόνο ο χώρος της δράσης αλλά  αναδεικνύεται σε έναν ακόμα χαρακτήρα, και μάλιστα πολύ σημαντικό. Δεν είναι μια πόλη σαν όλες τις άλλες. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Φαμπιό Μοντάλ χαρακτηρίζει τη Μασσαλία «μια ουτοπία. Η μοναδική ουτοπία στη γη», μια πόλη που «ανήκει στους κατοίκους της».[xii] Στο Τσούρμο λέει για την προσωπική του πατρίδα:

« (…)Η Μασσαλία είναι ένα πεπρωμένο. Το δικό μου. Όλων εκείνων που την κατοικούν, που δεν φεύγουν πια. Δεν ήταν ζήτημα ιστορίας ή παραδόσεων, γεωγραφίας ή ριζών, μνήμης ή αντιλήψεων. Όχι, ήταν απλώς έτσι. Έλεγε κανείς είμαι από ‘δω, λες κι όλα ήταν αποφασισμένα.»[xiii]

Η Μασσαλία παίζει ρόλο συμβόλου στα έργα. Για τον Ζαν - Κλωντ Ιζζό το να γράφει για την πόλη σημαίνει να γράφει για τις τρεις εξέχουσες θεματικές του λογοτεχνικού του έργου: το οργανωμένο έγκλημα, το ρατσισμό και τη μιζέρια.[xiv] Μέσα από τη συνεχή σύγκριση με το Παρίσι, η Μασσαλία προκύπτει ως μια ζωντανή μεσογειακή μητρόπολη. Μια πόλη με μια μακρά παράδοση προσέλκυσης μεταναστών, ισχυρές μεταναστευτικές κοινότητες και ανεκτικότητα προς τις διαφορετικές κουλτούρες, η Μασσαλία στα μέσα της δεκαετίας του 1990 επανεξετάζει πλέον αυτά της τα χαρακτηριστικά, στη σκιά σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η νέα πραγματικότητα συνοψίζεται στην εγκληματικότητα των βορείων προαστίων και σε μια ολοένα αυξανόμενη ρατσιστική στάση των πολιτών. Ο Ιζζό γράφει την Τριλογία του σε μια περίοδο ανόδου των ακροδεξιών ιδεών, που βρίσκει την έκφρασή της στη γαλλική πολιτική σκηνή με την ανάδειξη σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη του Εθνικού Μετώπου του Λε Πεν. Ο Φαμπιό Μοντάλ, δεύτερης γενιάς μετανάστης ο ίδιος, θλίβεται με την αλλαγή στην παραδοσιακά φιλόξενη φύση της πόλης του και σχολιάζει με πικρία:

«Ήδη τότε δεν έλειπαν οι Άραβες. Μήτε οι Μαύροι. Μήτε οι Βιετναμέζοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Πορτογάλοι. Χωρίς πρόβλημα όμως. Η οικονομική κρίση το δημιούργησε το πρόβλημα. Η ανεργία. Όσο ανέβαινε η ανεργία, τόσο πιο πολλούς τους βλέπαμε τους μετανάστες. Νόμιζες ότι ο αριθμός τον Αράβων αυξανόταν σε αναλογία με τις στατιστικές της ανεργίας.»[xv]

Για τον πρωταγωνιστή, ο ρατσισμός είναι απόρροια πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Ο Ζαν - Κλωντ Ιζζό, όταν αναφέρεται στη Μασσαλία, συχνά επιμένει στη σημασία του παλιού λιμανιού και του ανοίγματος της πόλης στη θάλασσα, στο ρόλο της πόλης ως σημείου αναχώρησης και επιστροφής. Η Μασσαλία, όπως και η Βαρκελώνη του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή η Αθήνα του Πέτρου Μάρκαρη, είναι ένα μεσογειακό λιμάνι με μακρά ιστορία. Είναι μια «πύλη της Ανατολής. Για το αλλού. Την περιπέτεια. Το όνειρο».[xvi] Ο Μοντάλ πιστεύει στη σημασία του λιμανιού για τη Μασσαλία και αντιτίθεται στα κρατικά σχέδια για ανακατασκευή. Δεν μπορεί να φανταστεί την πόλη χωρίς τα καράβια της και τις παλιές της αποθήκες.

Η ακτή της Μασσαλίας προκύπτει ως μια οριακή περιοχή μεταξύ της μιζέριας και της διαφθοράς της πόλης και της καθαρότητας και της ελευθερίας της ανοιχτής θάλασσας. Είναι ένα σύμβολο του μεσογειακού δυισμού, των αντιθέσεων του ευρωπαϊκού νότου. Το φως, οι ζεστοί άνθρωποι, η θάλασσα, οι καθημερινές απολαύσεις αντιτίθενται στο πλέγμα του οργανωμένου εγκλήματος και του υπόγειου δολοφονικού ρατσισμού. Συμβολίζοντας την αιώνια πάλη ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αυτή η αντίθεση χρησιμοποιείται από τον Ιζζό ως ραχοκοκαλιά της αφήγησής του.  Για τον Smyth, ο Ιζζό στηρίζει τη μυθοπλασία του σε «μια θεματική αντιπαράθεση, στο επίπεδο της αφήγησης, του ‘’μαύρου’’, που εμφανίζεται μέσω της δυστυχίας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Μασσαλία και τα βόρεια προάστια ιδιαίτερα, και της θάλασσας και του ήλιου της Μεσογείου, κατεξοχήν φωτεινά και λυτρωτικά στοιχεία».[xvii] Καθώς κινείται στην πόλη και ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, αντιλαμβάνεται ότι η αρμονία είναι επιφανειακή. Έχει συνείδηση του τι κρύβεται από κάτω: «Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρωμιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος».[xviii] Στην Τριλογία, η ζωή στη Μασσαλία είναι μια άσκηση ισορροπίας μεταξύ της δυστυχίας και της ευτυχίας. Με τα λόγια του Μοντάλ:

«Διέσχιζα τη Μασσαλία αλλά τίποτα δεν έβλεπα πια γύρω μου. Το μόνο που γνώριζα ακόμα σχετικά μ’ αυτήν, ήταν η υπόκωφη βία της και ο επιδερμικός ρατσισμός της. Ξεχνούσα ότι η ζωή δεν ήταν μόνον αυτά. Ότι, παρά τα όσα συνέβαιναν εκεί, άρεσε στους ανθρώπους αυτής της πόλης να ζουν και να γλεντάνε. Ότι με την κάθε ημέρα που ξημέρωνε, η ευτυχία φάνταζε σαν ιδέα καινούργια, έστω κι αν αργά τη νύχτα η κατάληξη ήταν ένας βίαιος έλεγχος ταυτοτήτων.»[xix]



Vivere sensualmente

Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, η ευτυχία βρίσκεται στις μικρές καθημερινές απολαύσεις, όπως το καλό φαγητό και ποτό. Ολόκληρες συνταγές τοπικών σπεσιαλιτέ, όπως είναι η bouillabaisse ή η soupe au pistou, ενσωματώνονται στην αφήγηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αναλυτικές περιγραφές των προβηγκιακών ηθών στο ποτό. Ο Μontale απολαμβάνει να μαγειρεύει για τους αγαπημένους του ή να τρώει σε μικρά οικογενειακά εστιατόρια. Το φαγητό είναι ένας τρόπος γι’ αυτόν για να πολεμήσει τον συντριπτικό φόβο του θανάτου. Όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ξεχνιέται με ένα καλό γεύμα ή αρκείται να σκέφτεται το μαγείρεμα και το φαγητό. Στο Τσούρμο, ο Μοντάλ δίνει μια εξήγηση γι’ αυτό:

«Πεινούσα, ήταν πολύ νόστιμα. Μου αρέσει να τρώω. Αλλά είναι ακόμα χειρότερα όταν έχω σκοτούρες, κι ακόμα χειρότερα όταν γειτνιάζω με το θάνατο. Έχω ανάγκη να καταβροχθίσω φαγιά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια, γλυκά ή λιχουδιές. Να πλημμυρίσω από τις γεύσεις τους. Δεν έχω βρει τίποτα καλύτερο για να αποκρούω τον θάνατο. Να φυλάγομαι από δαύτον. Η καλή κουζίνα και τα καλά κρασιά. Μια τέχνη της επιβίωσης.»[xx]

Σε όλη την έκταση των έργων της Τριλογίας της Μασσαλίας, όταν γίνεται αναφορά στο φαγητό και το ποτό, το κείμενο είναι «ποτισμένο με μεσογειακό αισθησιασμό και ευαισθησία».[xxi] Η Dhoukar, στην εισαγωγή της γαλλικής επίτομης έκδοσης της Τριλογίας, σχολιάζει ότι αυτός ο αισθησιασμός, «μια μίξη της γης, της πόλης, της γυναίκας», οφείλεται στη μακρά ενασχόληση του συγγραφέα με την ποίηση.[xxii] Στο έργο του Ιζζό ο αισθησιασμός αποκτά διπλή σημασία. Δεν αναφέρεται μόνο σε κάτι που προκαλεί έντονες συναισθηματικές και σωματικές αντιδράσεις αλλά, επίσης, σε κάτι που αναφέρεται στις πέντε αισθήσεις.

Στην Τριλογία, η όσφρηση είναι αίσθηση που προτιμάται για την αναπαράσταση του κόσμου. Από την αηδιαστική μυρωδιά των σκουπιδιών της Μασσαλίας, στην αισθησιακή μυρωδιά των γυναικών και από την προκλητική μυρωδιά του φαγητού μέχρι τη μοιραία οσμή του θανάτου: «Με κύκλωσε ξανά η μυρουδιά του θανάτου. Όχι εκείνη που είχα στο νου μου και νόμιζα ότι απέπνεε το κορμί μου. Αλλά μια πολύ πραγματική μυρουδιά θανάτου. Καθώς και η μυρουδιά του αίματος που τόσο συχνά τη συνοδεύει».[xxiii] Για τον πρωταγωνιστή η σχέση του με τη θάλασσα και το εκτυφλωτικό φως της Μασσαλίας περνάει κι αυτή μέσα από τις αισθήσεις. Ο Μοντάλ έχει συνείδηση της ανάγκης του να είναι κοντά στη θάλασσα, όχι σε οποιαδήποτε θάλασσα, αλλά στη θάλασσά του. Στο Soléa, η θέα της θάλασσας του δίνει κουράγιο:

«Είχα γυρίσει αλλού το κεφάλι και κοίταζα τον ορίζοντα. Εκεί όπου η θάλασσα σκουραίνει και φαίνεται πιο συμπαγής. Σκέφτηκα ότι η λύση για όλες τις αντιθέσεις της ζωής εκεί βρισκόταν, σ’ αυτή τη θάλασσα. Τη Μεσόγειό μου. Ένιωσα να γίνομαι ένα μαζί της. Να διαλύομαι μέσα της και να λύνω επιτέλους όλα τα προβλήματα που ποτέ μου δεν αξιώθηκα και που ποτέ δεν να αξιωθώ να λύσω στη ζωή μου.»[xxiv]

Ο Μοντάλ λατρεύει να κολυμπάει και να πηγαίνει με τη μικρή του ψαρόβαρκα στα νησιά του όρμου της Μασσαλίας. Εκεί τον βούτηξε για πρώτη φορά ο πατέρας του στο νερό στην ηλικία των πέντε ετών. Η επιστροφή σε αυτά τα ίδια νερά τον βοηθάει να νιώσει καλά όποτε βρίσκεται σε κίνδυνο: «Αυτό το πρώτο μου μπάνιο, κάπου εκεί υπολόγιζα ότι έγινε και επέστρεφα εκεί κάθε φορά που μ’ έπιανε θλίψη. Όπως όταν θες να ξαναβρείς την πρώτη σου στιγμή ευτυχίας».[xxv] Άλλωστε για τον πρωταγωνιστή της Τριλογίας, το πάθος για τη θάλασσα και τον ήλιο του Νότου μοιάζει με το ερωτικό πάθος: “Συχνά σκεφτόμουν πως όταν αγκαλιάζεις το κορμί μιας γυναίκας είναι, κατά κάποιον τρόπο, σαν να θέλεις να κρατήσεις πάνω σου αυτή την απίστευτη χαρά που ξεχύνεται από τον ουρανό στη θάλασσα».[xxvi]

Από την Τριλογία δεν λείπει ο έρωτας. Μάλιστα, υπάρχει πλήθος γυναικείων χαρακτήρων. Ο Φαμπιό Μοντάλ, έχοντας μεγαλώσει σε μια μητριαρχική ιταλική οικογένεια, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, νιώθει ηρεμία μόνο ανάμεσα σε γυναίκες. Κάποια στιγμή, σε μια έκλαμψη ειλικρίνειας σκέφτεται: «Είχα εκεί, ζωντανό μπροστά μου, το όνειρο κάθε αρσενικού: μια μητέρα, μιαν αδελφή και μία πόρνη!».[xxvii] Στην Τριλογία, όντως, σχετίζεται με γυναίκες που ικανοποιούν την ανάγκη του για μητρική αγάπη, ερωτική ικανοποίηση ή συντροφικότητα. Παρόλα αυτά, είναι εργένης. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας δίνει την εξήγησή του: «Οι γυναίκες που αγάπησα θα μπορούσαν να ήταν οι γυναίκες της ζωής μου. Από την πρώτη ως την τελευταία. Δεν το θέλησα όμως.»[xxviii]

Τα πολλά πρόσωπα της Εύας

Η Λολ είναι η γυναίκα που έχει αγαπήσει πιο πολύ, και ο εντυπωσιακότερος γυναικείος χαρακτήρας στην Τριλογία. Είναι η τσιγγάνα παιδική φίλη, που κατέληξε να γίνει εμμονή και αντικείμενο του πόθου για τους τρεις φίλους, τον Manu, τον Ουγκό και τον Φαμπιό. Είναι η άπιαστη γυναίκα, ένα σύμβολο έρωτα και θηλυκότητας. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Μοντάλ προσπαθεί να καταλάβει γιατί η Λολ τους έλκυσε τόσο και τους τρεις:

«Αυτό που έδωσε στη Λολ την ομορφιά της ήταν ο δικός μας ο πόθος γι’ αυτήν. Η επιθυμία που είχε διαγνώσει μέσα μας. Όσο για μας, αυτό που μας είχε μαγνητίσει ήταν τα όσα υπήρχαν στο βάθος των ματιών της. Αυτό το μακρινό πουθενά από όπου ερχόταν και όπου φαινόταν να πηγαίνει. Ρομ ήταν. Άνθρωπος του ταξιδιού. Διέσχιζε κάθε χώρο και έλεγες πως δεν την άγγιζε ο χρόνος. Αυτό ήταν που πρόσφερε. Αυτή διάλεξε τους εραστές της στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον Ουγκό και τον Μανού. Σαν άντρας. Από την άποψη αυτή ήταν απρόσιτη.»[xxix]

Η Λολ, για τον Μοντάλ, ενσαρκώνει τον αισθησιασμό με έναν μοναδικό τρόπο. Έτσι, όταν αναφέρεται σε εκείνη, ο Μοντάλ χρησιμοποιεί και τις πέντε αισθήσεις, επιμένοντας στην ιδιαίτερα μεσογειακή μυρωδιά της, μυρωδιά από βασιλικό και μέντα.

Απηχήσεις της Λολ βρίσκουμε και στους άλλους γυναικείους χαρακτήρες της Τριλογίας, τη Λεϊλά, τη Μαρί-Λου, τη Κουκ, τη Σονιά. Όπως η Λολ, αναπαριστώνται μέσω των αισθήσεων. Η Λεϊλά, μια νεαρή μετανάστρια δεύτερης γενιάς που είναι ερωτευμένη με τον Μοντάλ, ευωδιάζει μέλι και μπαχαρικά. Η Μαρί-Λου, μια εικοσάχρονη πόρνη από τις Δυτικές Ινδίες, μυρίζει cashew nut oil. Η Κουκ, η μυστηριώδης βιετναμέζα μητέρα ενός υπόπτου στο Τσούρμο, μυρίζει εξωτισμό: «Δεν ήξερα τίποτα για το Βιετνάμ, όμως όλες του οι ευωδίες ήρθαν να με συναντήσουν. Μόλις γεννιέται κάπου ο πόθος, σκέφτηκα, γεννιούνται διάφορες μυρωδιές. Το ίδιο ευχάριστες όλες».[xxx] Είναι η femme fatale φιγούρα της Τριλογίας, μια ακατανίκητη γυναίκα που χρησιμοποιεί τη γοητεία της για να ικανοποιήσει τους προσωπικούς της στόχους. Η Σονιά είναι η φαντασίωση της γυναίκας με την οποία ο Μοντάλ θα μπορούσε να έχει κάνει ένα καινούριο ξεκίνημα. Οι αναμνήσεις της μοναδικής νύχτας που πέρασαν μαζί και η οργή του για την άδικη μοίρα της ωθούν τον Μοντάλ να πάρει εκδίκηση στο όνομά της. Η Μπαμπέτ και η Ελέν είναι η καθεμιά μια διαφορετική περίπτωση. Με τους ρόλους τους, ως δημοσιογράφος και αστυνομικός αντίστοιχα, απειλούν την αρρενωπότητα του Φαμπιό. Τον ελκύουν και οι δύο, μάλιστα με την Μπαμπέτ έχουν παλιότερα υπάρξει εραστές. Αρνείται, όμως, να εμπλακεί ερωτικά με καμία από τις δύο.

Η Ονορίν, η γειτόνισσα του Μοντάλ, είναι η μητρική φιγούρα, η ενσάρκωση της ιδέας της αρχέγονης μητέρας. Άριστη μαγείρισσα, η Ονορίν τον φροντίζει από αγάπη, χωρίς να ζητά κάποιο αντάλλαγμα εκτός απ’ ό,τι κάθε μάνα θα ευχόταν για τον γιό της, να τον δει δηλαδή παντρεμένο και ευτυχισμένο. Ο Μοντάλ την αγαπά εξίσου: «Ήταν η καλύτερη μανούλα. Μόνο για μένα».[xxxi]

Οι γυναίκες της Τριλογίας της Μασσαλίας ανατρέπουν το στερεότυπο της γυναίκας ως παθητικού θύματος στην αστυνομική λογοτεχνία. Μετανάστριες φοιτήτριες, ανύπαντρες μητέρες, γενναίες δημοσιογράφοι, δυναμικές πρόσφυγες, έξυπνες αστυνομικοί, οι γυναίκες του Ζαν - Κλωντ Ιζζό αποτελούν την πραγμάτωση της τυπικά μεσογειακής μίξης αισθησιασμού και ενστίκτου επιβίωσης. Παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους και αγωνίζονται για την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους. Επίσης, παίζουν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στα μυθιστορήματα, δρώντας σαν καταλύτες της δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ευθύνονται οι ίδιες για το κακό που θα ακολουθήσει την εμφάνισή τους. Για παράδειγμα, στο Soléa, όλα αρχίζουν με ένα γράμμα της Μπαμπέτ, που βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας μιας έρευνάς της για τις διασυνδέσεις της ιταλικής και της γαλλικής Μαφίας. Ωστόσο, η  Μπαμπέτ δεν είναι ένοχη για τις δραματικές εξελίξεις αλλά στέκεται απλά η αφορμή να ξεδιπλωθεί μια κρυμμένη πραγματικότητα.

Είναι ακριβώς αυτή η επιθυμία να αποκαλυφθεί η κρυμμένη πραγματικότητα που βρίσκεται στην καρδιά της Τριλογίας της Μασσαλίας. Τα βιβλία μπορεί να κυκλοφόρησαν στη μυθική Serie Noire των  Éditions Gallimard, αλλά αυτό που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο τον συγγραφέα είναι το πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μυθοπλασία ως εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υιοθετεί το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που στη Γαλλία καλείται polar. Τα μυθιστορήματα της Τριλογίας της Μασσαλίας είναι γοητευτικά σκοτεινά αστικά παραμύθια αλλά και αφορμές για να σχολιάσει ένας έντονα πολιτικοποιημένος συγγραφέας τα σύνθετα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της αγαπημένης του Μασσαλίας.

Ελένη Παπαγεωργίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 15 του The Books' Journal, Ιανουάριος 2012)

[i] Η Claire Gorrara, στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της σχετικά με το μεταπολεμικό γαλλικό νουάρ μυθιστόρημα, ισχυρίζεται ότι: «Το polar δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα. Είναι μια μορφή πολιτιστικής αφήγησης των καιρών μας. Είμαι μια λογοτεχνική φόρμα που έχει στόχο να κοιτάξει με επιφύλαξη το παρελθόν και το παρόν και να ανατρέψει τις προκαταλήψεις και τις υποθέσεις μας για το μέλλον». (Gorrara, Claire. The Roman Noir in Post-War French Culture. Dark Fictions. Oxford: Oxford University Press, 2003. σ. 126)
[ii] Dhoukar, Nadia. “Jean – Claude Izzo: Trajectoire d’un homme”. La Trilogie Φαμπιό Μοντάλ. Jean – Claude Izzo. Paris: Gallimard, 2006. σ. 26
[iii]Hewitt, Nickolas. “Departures and homecomings: Diaspora in Jean – Claude Izzo’s Marseille”. French Cultural Studies 17/3 (2006): 257-268. σ. 261
[iv] Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι και οι τρεις τίτλοι των μυθιστορημάτων στα γαλλικά αναφέρονται στη μουσική: Total Khéops (Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας) είναι ο τίτλος ενός κομματιού του μασσαλιώτικου συγκροτήματος IAM, Chourmo (Το Τσούρμο) ονομάζεται ένας δίσκος του επίσης τοπικού συγκροτήματος Massilia Sound System ενώ, τέλος, το Soléa είναι ένα κομμάτι του Miles Davis.
[v] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Ριχάρδος Σωμερίτης. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 52
[vi] ό.π., σ. 75
[vii] Horsley, Lee. Αναφορά στο Smyth, J. Edmund. “Marseille Noir: Jean – Claude Izzo and the Mediterranean detective”. Romance Studies 25/2 (2007): 111-121. σ.116
[viii] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 218
[ix] ό.π., σ. 228
[x] Gorrara, Claire. ό.π.,  σ. 71
[xi] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 117
[xii] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 231
[xiii] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Αλέξης Εμμανουήλ. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 471
[xiv] Dhoukar, Nadia. ό.π., σ. 31
[xv] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 170-171
[xvi] ό.π., σ. 217-218
[xvii] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 113
[xviii] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. ό.π., σ. 403
[xix] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 88
[xx] ό.π., σ. 641
[xxi] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 119
[xxii] Dhoukar, Nadia. ό.π., σ. 19
[xxiii]  Izzo, Jean- Claude. Soléa. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Ριχάρδος Σωμερίτης. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 609
[xxiv] ό.π., σ. 590
[xxv] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 52
[xxvi] ό.π., σ. 585
[xxvii] ό.π., σ. 181
[xxviii] ό.π., σ. 91
[xxix] ό.π., σ. 93-94
[xxx] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. ό.π., σ. 473
[xxxi] Izzo, Jean- Claude. Soléa. Η Τριλογία της Μασσαλίας. ό.π., σ. 586