Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Τραγουδώντας βραχνά για τη Μασσαλία

Ο πρώτος τόμος της Τριλογίας της Μασσαλίας του Ζαν - Κλωντ Ιζζό, Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1995. Μετά από την εντυπωσιακή επιτυχία του βιβλίου, ακολούθησε το 1996 το Τσούρμο, ενώ δύο χρόνια μετά εμφανίστηκε στα ράφια των γαλλικών βιβλιοπωλείων και ο τρίτος τόμος, με τον τίτλο Soléa. Με αφορμή την κυκλοφορία των τριών έργων της Τριλογίας σε έναν τόμο, αυτό το κείμενο επιχειρεί να απαντήσει στην ερώτηση: «Γιατί η Τριλογία της Μασσαλίας είναι ένα έργο σταθμός της ευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας;».

Ο Ζαν - Κλωντ Ιζζό (1945-2000) ξεκίνησε την καριέρα του ως στρατευμένος δημοσιογράφος της αριστεράς και έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο της λογοτεχνίας πολύ πριν την κυκλοφορία της Τριλογίας της Μασσαλίας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, είχε δημοσιεύσει κάποιες ποιητικές συλλογές ενώ παράλληλα ερχόταν όλο και πιο κοντά στο είδος του polar,[i] όπως καλείται η αστυνομική λογοτεχνία στην Γαλλία, μέσα από τη συμμετοχή του σε σχετικά εκδοτικά και πολιτιστικά εγχειρήματα. Η αφοσίωσή του στην ποίηση, η μακρά επαγγελματική του πορεία στη δημοσιογραφία, αλλά και η βαθιά του αγάπη για τη Μασσαλία, την πόλη του, ανιχνεύονται στην Τριλογία της Μασσαλίας, τρία μυθιστορήματα που δεν μπορούν να χωρέσουν εύκολα σε καμία λογοτεχνική κατηγορία. Η Τριλογία υπήρξε ένα πραγματικό λογοτεχνικό φαινόμενο στη Γαλλία των μέσων της δεκαετίας του 1990, με όρους εμπορικούς και όχι μόνο. Χωρίς, μάλιστα, να αποτελεί επιδίωξη του συγγραφέα, στάθηκε αφορμή για την ανάδυση μίας νέας σχολής στη γαλλική αστυνομική λογοτεχνία, γνωστή ως polar aïoli ή polar Marseillais, έναν ιδιαίτερο τύπο αστυνομικών μυθιστορημάτων γραμμένων από Μασσαλιώτες συγγραφείς, με την πλοκή τους να τοποθετείται σταθερά στη σύγχρονη Μασσαλία.  

Ζητήματα τιμής

Τα μυθιστορήματα του Ζαν - Κλωντ Ιζζό διαδραματίζονται στη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Γαλλίας, τη Μασσαλία, και πρωταγωνιστής τους είναι ένας αστυνομικός, ο Φαμπιό Μοντάλ. O Ιζζό ονόμασε τον ήρωά του Μοντάλ αποτίοντας έτσι φόρο τιμής στο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, αλλά και στον ιταλό ποιητή Eugenio Montale.[ii] Ο Φαμπιό Μοντάλ, του οποίου οι γονείς ήταν ιταλοί μετανάστες, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη μεταπολεμική Μασσαλία, στην εργατική και πολυεθνική συνοικία του Πανιέ. Σε νεαρή ηλικία, μαζί με τους φίλους του, τον Manu, γιo μεταναστών από τη Βαρκελώνη, και τον Ουγκό, γιo μεταναστών από τη Νάπολη, άρχισε να επιδίδεται σε μικροεγκληματικές δραστηριότητες. Σοκαρισμένος μετά από ένα βίαιο επεισόδιο, κατετάγη στον αποικιακό στρατό στο Τζιμπουτί και στη συνέχεια στο αστυνομικό σώμα. Δεν έγινε ποτέ όμως ένας τυπικός αστυνομικός. Όπως σχολιάζει ο Hewitt, “παρά την ταπεινή του καταγωγή, ο Μοντάλ έχει συσσωρεύσει ένα ασυνήθιστα πλούσιο φορτίο πολιτιστικών γνώσεων”.[iii] Όπως ο Σάλβο Μονταλμπάνο, ο σικελός πρωταγωνιστής των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Αντρέα Καμιλλέρι, απολαμβάνει το διάβασμα, ο Μοντάλ είναι ειδικός στη μουσική.[iv] Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο πρωταγωνιστής περιγράφει τον εαυτό του:

«Μ’ άρεσε το ψάρεμα και η σιγή. Να περπατάω στους γύρω λόφους. Να πίνω δροσερό Κασίς. Και αργά τη νύχτα, Lagavulin ή Oban. Μιλούσα λίγο. Είχα όμως άποψη για όλα. Για τη ζωή, για το θάνατο. Για το Καλό, το Κακό. Ο κινηματογράφος ήταν το πάθος μου. Όσο και η μουσική.»[v]

               Όταν μπήκε στην αστυνομία, ο Φαμπιό Μοντάλ είχε συνειδητά αποφασίσει να αφήσει πίσω του τη ζωή του εγκληματία. Παρόλ’ αυτά, η στάση του απέναντι στους θεσμούς, την αστυνομία, το κράτος και το δικαστικό σύστημα είναι προβληματική. Το κίνητρό του για να εμπλακεί σε μια έρευνα έχει πάντα καθαρά προσωπικό χαρακτήρα. Στην Τριλογία της Μασσαλίας, τα θύματα είναι φίλοι, συγγενείς, ερωτικοί σύντροφοι ή νεαρές μετανάστριες που ο πρωταγωνιστής νιώθει ιδιαίτερα κοντά τους όντας και ο ίδιος μετανάστης δεύτερης γενιάς. Ο  Μοντάλ ερευνά επειδή θέλει να καταλάβει. Επιπλέον, επιζητά την εκδίκηση για χάρη της αγάπης και της τιμής, «την τιμή της νιότης μας, της αμοιβαίας φιλίας μας. Και των αναμνήσεων».[vi] Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, λόγου χάριν, ερευνά τη βίαιη δολοφονία ενός από τους παιδικούς του φίλους, του Ουγκό, αλλά και το βιασμό και το θάνατο της Λεϊλά, μιας νεαρής γυναίκας αραβικής καταγωγής με την οποία είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερη τρυφερή σχέση. Στο Τσούρμο, ο  Μοντάλ, που έχει πλέον εγκαταλείψει την αστυνομία, αναγκάζεται να ξαναμπεί σε δράση όταν ο γιος της αγαπημένης του ξαδέρφης, ο έφηβος Γκουιτού, εξαφανίζεται. Όσο για το  Soléa, η Μπαμπέτ, πρώην ερωμένη και νυν καλή φίλη του Μοντάλ, βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο, όταν μπαίνει στο στόχο της ιταλικής Μαφίας εξαιτίας των δημοσιογραφικών της ερευνών. Και στα τρία μυθιστορήματα, καμία έρευνα δεν ανατίθεται επίσημα στο Φαμπιό Μοντάλ. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από το να προστατεύει τα αγαπημένα του πρόσωπα ή να παίρνει εκδίκηση στο όνομά τους.

Καθώς αγωνίζεται να καταλάβει, απελπίζεται. Είναι ένας άντρας μόνος που παλεύει να «ασκήσει ακόμα και ελάχιστο έλεγχο στο χάος της σύγχρονης ύπαρξης»,[vii] με άλλα λόγια, ένας αρχετυπικός νουάρ ήρωας. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Μοντάλ συνειδητοποιεί την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται: «Είχα μείνει μόνος και θα έκανα βουτιά στα σκατά».[viii] Η απογοήτευση του Μοντάλ δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική του εμπλοκή σε βίαιες υποθέσεις αλλά και με τη σκοτεινή πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει. Με τα δικά του λόγια:

«Τίποτα δεν καταλάβαινα πια. Ήμουν νοκ-άουτ. Το μίσος και η βία. Οι κακοποιοί, οι μπάτσοι, οι πολιτικάντηδες. Με λίπασμα την μιζέρια, την ανεργία, το ρατσισμό. Με ζωύφια πιασμένα σε ιστό αράχνης μοιάζαμε όλοι μας. Παλεύαμε να ξεφύγουμε, ήταν σίγουρο όμως ότι θα μας έτρωγε τελικά η αράχνη.»[ix]

Στην πράξη, αυτές ακριβώς είναι οι θεματικές που απασχολούν τον Ιζζό στην Τριλογία του: το οργανωμένο έγκλημα, η πολιτική διαφθορά, η φτώχεια, ο ρατσισμός. Η αστυνομία και το δικαστικό σύστημα φαίνονται να είναι θεσμοί διεφθαρμένοι και αναξιόπιστοι. Ο Μοντάλ δεν εγκρίνει τις μεθόδους της αστυνομίας, ειδικά όταν πρόκειται για την εγκληματικότητα των νεαρών μεταναστών των βορείων προαστίων της πόλης. Όσο για την άποψή του για τη δικαιοσύνη, έχει χάσει κάθε εμπιστοσύνη σε αυτή. Όπως ισχυρίζεται η Claire Gorrara, στην Τριλογία της Μασσαλίας, ο Ιζζό εκθέτει έντεχνα μια  «καλοδουλεμένη κριτική της καπιταλιστικής κουλτούρας της εποχής του»[x]. Για τον Edmund J.Smith, από την άλλη, η Τριλογία μπορεί να διαβαστεί ως ένα κείμενο έντονα πολιτικό, λόγω της συνειδητής άμεσης και έμμεσης κριτικής της σύγχρονης Γαλλίας που ασκείται μέσα από τα μυθιστορήματα.[xi] Η κριτική αυτή φανερώνει επιπλέον την επιρροή του néo-polar κινήματος στα μυθιστορήματα της Τριλογίας. Η παρουσίαση του κράτους ως ενός διεφθαρμένου συστήματος σε συνεργασία με το οργανωμένο έγκλημα, η κατασκευή του κεντρικού χαρακτήρα ως αποδιοπομπαίου τράγου και η απαισιοδοξία που διέπει συνολικά την Τριλογία είναι επιπλέον στοιχεία που αποδεικνύουν την néo-polar επιρροή. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι έχουμε να κάνουμε με néo-polar μυθιστορήματα. Η έμφαση στην προσωπική κρίση του Μοντάλ και στις υπαρξιακές του περιπέτειες δεν μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε τον Ζαν - Κλωντ Ιζζό παρά μόνο ως έναν ‘’απόγονο’’ του néo-polar.

Μια πόλη στο μεταίχμιο

Στην Τριλογία της Μασσαλίας, η πόλη δεν είναι μόνο ο χώρος της δράσης αλλά  αναδεικνύεται σε έναν ακόμα χαρακτήρα, και μάλιστα πολύ σημαντικό. Δεν είναι μια πόλη σαν όλες τις άλλες. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Φαμπιό Μοντάλ χαρακτηρίζει τη Μασσαλία «μια ουτοπία. Η μοναδική ουτοπία στη γη», μια πόλη που «ανήκει στους κατοίκους της».[xii] Στο Τσούρμο λέει για την προσωπική του πατρίδα:

« (…)Η Μασσαλία είναι ένα πεπρωμένο. Το δικό μου. Όλων εκείνων που την κατοικούν, που δεν φεύγουν πια. Δεν ήταν ζήτημα ιστορίας ή παραδόσεων, γεωγραφίας ή ριζών, μνήμης ή αντιλήψεων. Όχι, ήταν απλώς έτσι. Έλεγε κανείς είμαι από ‘δω, λες κι όλα ήταν αποφασισμένα.»[xiii]

Η Μασσαλία παίζει ρόλο συμβόλου στα έργα. Για τον Ζαν - Κλωντ Ιζζό το να γράφει για την πόλη σημαίνει να γράφει για τις τρεις εξέχουσες θεματικές του λογοτεχνικού του έργου: το οργανωμένο έγκλημα, το ρατσισμό και τη μιζέρια.[xiv] Μέσα από τη συνεχή σύγκριση με το Παρίσι, η Μασσαλία προκύπτει ως μια ζωντανή μεσογειακή μητρόπολη. Μια πόλη με μια μακρά παράδοση προσέλκυσης μεταναστών, ισχυρές μεταναστευτικές κοινότητες και ανεκτικότητα προς τις διαφορετικές κουλτούρες, η Μασσαλία στα μέσα της δεκαετίας του 1990 επανεξετάζει πλέον αυτά της τα χαρακτηριστικά, στη σκιά σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η νέα πραγματικότητα συνοψίζεται στην εγκληματικότητα των βορείων προαστίων και σε μια ολοένα αυξανόμενη ρατσιστική στάση των πολιτών. Ο Ιζζό γράφει την Τριλογία του σε μια περίοδο ανόδου των ακροδεξιών ιδεών, που βρίσκει την έκφρασή της στη γαλλική πολιτική σκηνή με την ανάδειξη σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη του Εθνικού Μετώπου του Λε Πεν. Ο Φαμπιό Μοντάλ, δεύτερης γενιάς μετανάστης ο ίδιος, θλίβεται με την αλλαγή στην παραδοσιακά φιλόξενη φύση της πόλης του και σχολιάζει με πικρία:

«Ήδη τότε δεν έλειπαν οι Άραβες. Μήτε οι Μαύροι. Μήτε οι Βιετναμέζοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Πορτογάλοι. Χωρίς πρόβλημα όμως. Η οικονομική κρίση το δημιούργησε το πρόβλημα. Η ανεργία. Όσο ανέβαινε η ανεργία, τόσο πιο πολλούς τους βλέπαμε τους μετανάστες. Νόμιζες ότι ο αριθμός τον Αράβων αυξανόταν σε αναλογία με τις στατιστικές της ανεργίας.»[xv]

Για τον πρωταγωνιστή, ο ρατσισμός είναι απόρροια πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Ο Ζαν - Κλωντ Ιζζό, όταν αναφέρεται στη Μασσαλία, συχνά επιμένει στη σημασία του παλιού λιμανιού και του ανοίγματος της πόλης στη θάλασσα, στο ρόλο της πόλης ως σημείου αναχώρησης και επιστροφής. Η Μασσαλία, όπως και η Βαρκελώνη του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή η Αθήνα του Πέτρου Μάρκαρη, είναι ένα μεσογειακό λιμάνι με μακρά ιστορία. Είναι μια «πύλη της Ανατολής. Για το αλλού. Την περιπέτεια. Το όνειρο».[xvi] Ο Μοντάλ πιστεύει στη σημασία του λιμανιού για τη Μασσαλία και αντιτίθεται στα κρατικά σχέδια για ανακατασκευή. Δεν μπορεί να φανταστεί την πόλη χωρίς τα καράβια της και τις παλιές της αποθήκες.

Η ακτή της Μασσαλίας προκύπτει ως μια οριακή περιοχή μεταξύ της μιζέριας και της διαφθοράς της πόλης και της καθαρότητας και της ελευθερίας της ανοιχτής θάλασσας. Είναι ένα σύμβολο του μεσογειακού δυισμού, των αντιθέσεων του ευρωπαϊκού νότου. Το φως, οι ζεστοί άνθρωποι, η θάλασσα, οι καθημερινές απολαύσεις αντιτίθενται στο πλέγμα του οργανωμένου εγκλήματος και του υπόγειου δολοφονικού ρατσισμού. Συμβολίζοντας την αιώνια πάλη ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αυτή η αντίθεση χρησιμοποιείται από τον Ιζζό ως ραχοκοκαλιά της αφήγησής του.  Για τον Smyth, ο Ιζζό στηρίζει τη μυθοπλασία του σε «μια θεματική αντιπαράθεση, στο επίπεδο της αφήγησης, του ‘’μαύρου’’, που εμφανίζεται μέσω της δυστυχίας που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Μασσαλία και τα βόρεια προάστια ιδιαίτερα, και της θάλασσας και του ήλιου της Μεσογείου, κατεξοχήν φωτεινά και λυτρωτικά στοιχεία».[xvii] Καθώς κινείται στην πόλη και ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, αντιλαμβάνεται ότι η αρμονία είναι επιφανειακή. Έχει συνείδηση του τι κρύβεται από κάτω: «Η πραγματικότητα είναι όμως σαν την καλαμιά. Λυγίζει μα δε σπάει. Ποτέ. Οι αυταπάτες και η ανθρώπινη βρωμιά δίνουν πάντα το παρών. Όπως και ο θάνατος».[xviii] Στην Τριλογία, η ζωή στη Μασσαλία είναι μια άσκηση ισορροπίας μεταξύ της δυστυχίας και της ευτυχίας. Με τα λόγια του Μοντάλ:

«Διέσχιζα τη Μασσαλία αλλά τίποτα δεν έβλεπα πια γύρω μου. Το μόνο που γνώριζα ακόμα σχετικά μ’ αυτήν, ήταν η υπόκωφη βία της και ο επιδερμικός ρατσισμός της. Ξεχνούσα ότι η ζωή δεν ήταν μόνον αυτά. Ότι, παρά τα όσα συνέβαιναν εκεί, άρεσε στους ανθρώπους αυτής της πόλης να ζουν και να γλεντάνε. Ότι με την κάθε ημέρα που ξημέρωνε, η ευτυχία φάνταζε σαν ιδέα καινούργια, έστω κι αν αργά τη νύχτα η κατάληξη ήταν ένας βίαιος έλεγχος ταυτοτήτων.»[xix]



Vivere sensualmente

Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, η ευτυχία βρίσκεται στις μικρές καθημερινές απολαύσεις, όπως το καλό φαγητό και ποτό. Ολόκληρες συνταγές τοπικών σπεσιαλιτέ, όπως είναι η bouillabaisse ή η soupe au pistou, ενσωματώνονται στην αφήγηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αναλυτικές περιγραφές των προβηγκιακών ηθών στο ποτό. Ο Μontale απολαμβάνει να μαγειρεύει για τους αγαπημένους του ή να τρώει σε μικρά οικογενειακά εστιατόρια. Το φαγητό είναι ένας τρόπος γι’ αυτόν για να πολεμήσει τον συντριπτικό φόβο του θανάτου. Όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, ξεχνιέται με ένα καλό γεύμα ή αρκείται να σκέφτεται το μαγείρεμα και το φαγητό. Στο Τσούρμο, ο Μοντάλ δίνει μια εξήγηση γι’ αυτό:

«Πεινούσα, ήταν πολύ νόστιμα. Μου αρέσει να τρώω. Αλλά είναι ακόμα χειρότερα όταν έχω σκοτούρες, κι ακόμα χειρότερα όταν γειτνιάζω με το θάνατο. Έχω ανάγκη να καταβροχθίσω φαγιά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια, γλυκά ή λιχουδιές. Να πλημμυρίσω από τις γεύσεις τους. Δεν έχω βρει τίποτα καλύτερο για να αποκρούω τον θάνατο. Να φυλάγομαι από δαύτον. Η καλή κουζίνα και τα καλά κρασιά. Μια τέχνη της επιβίωσης.»[xx]

Σε όλη την έκταση των έργων της Τριλογίας της Μασσαλίας, όταν γίνεται αναφορά στο φαγητό και το ποτό, το κείμενο είναι «ποτισμένο με μεσογειακό αισθησιασμό και ευαισθησία».[xxi] Η Dhoukar, στην εισαγωγή της γαλλικής επίτομης έκδοσης της Τριλογίας, σχολιάζει ότι αυτός ο αισθησιασμός, «μια μίξη της γης, της πόλης, της γυναίκας», οφείλεται στη μακρά ενασχόληση του συγγραφέα με την ποίηση.[xxii] Στο έργο του Ιζζό ο αισθησιασμός αποκτά διπλή σημασία. Δεν αναφέρεται μόνο σε κάτι που προκαλεί έντονες συναισθηματικές και σωματικές αντιδράσεις αλλά, επίσης, σε κάτι που αναφέρεται στις πέντε αισθήσεις.

Στην Τριλογία, η όσφρηση είναι αίσθηση που προτιμάται για την αναπαράσταση του κόσμου. Από την αηδιαστική μυρωδιά των σκουπιδιών της Μασσαλίας, στην αισθησιακή μυρωδιά των γυναικών και από την προκλητική μυρωδιά του φαγητού μέχρι τη μοιραία οσμή του θανάτου: «Με κύκλωσε ξανά η μυρουδιά του θανάτου. Όχι εκείνη που είχα στο νου μου και νόμιζα ότι απέπνεε το κορμί μου. Αλλά μια πολύ πραγματική μυρουδιά θανάτου. Καθώς και η μυρουδιά του αίματος που τόσο συχνά τη συνοδεύει».[xxiii] Για τον πρωταγωνιστή η σχέση του με τη θάλασσα και το εκτυφλωτικό φως της Μασσαλίας περνάει κι αυτή μέσα από τις αισθήσεις. Ο Μοντάλ έχει συνείδηση της ανάγκης του να είναι κοντά στη θάλασσα, όχι σε οποιαδήποτε θάλασσα, αλλά στη θάλασσά του. Στο Soléa, η θέα της θάλασσας του δίνει κουράγιο:

«Είχα γυρίσει αλλού το κεφάλι και κοίταζα τον ορίζοντα. Εκεί όπου η θάλασσα σκουραίνει και φαίνεται πιο συμπαγής. Σκέφτηκα ότι η λύση για όλες τις αντιθέσεις της ζωής εκεί βρισκόταν, σ’ αυτή τη θάλασσα. Τη Μεσόγειό μου. Ένιωσα να γίνομαι ένα μαζί της. Να διαλύομαι μέσα της και να λύνω επιτέλους όλα τα προβλήματα που ποτέ μου δεν αξιώθηκα και που ποτέ δεν να αξιωθώ να λύσω στη ζωή μου.»[xxiv]

Ο Μοντάλ λατρεύει να κολυμπάει και να πηγαίνει με τη μικρή του ψαρόβαρκα στα νησιά του όρμου της Μασσαλίας. Εκεί τον βούτηξε για πρώτη φορά ο πατέρας του στο νερό στην ηλικία των πέντε ετών. Η επιστροφή σε αυτά τα ίδια νερά τον βοηθάει να νιώσει καλά όποτε βρίσκεται σε κίνδυνο: «Αυτό το πρώτο μου μπάνιο, κάπου εκεί υπολόγιζα ότι έγινε και επέστρεφα εκεί κάθε φορά που μ’ έπιανε θλίψη. Όπως όταν θες να ξαναβρείς την πρώτη σου στιγμή ευτυχίας».[xxv] Άλλωστε για τον πρωταγωνιστή της Τριλογίας, το πάθος για τη θάλασσα και τον ήλιο του Νότου μοιάζει με το ερωτικό πάθος: “Συχνά σκεφτόμουν πως όταν αγκαλιάζεις το κορμί μιας γυναίκας είναι, κατά κάποιον τρόπο, σαν να θέλεις να κρατήσεις πάνω σου αυτή την απίστευτη χαρά που ξεχύνεται από τον ουρανό στη θάλασσα».[xxvi]

Από την Τριλογία δεν λείπει ο έρωτας. Μάλιστα, υπάρχει πλήθος γυναικείων χαρακτήρων. Ο Φαμπιό Μοντάλ, έχοντας μεγαλώσει σε μια μητριαρχική ιταλική οικογένεια, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, νιώθει ηρεμία μόνο ανάμεσα σε γυναίκες. Κάποια στιγμή, σε μια έκλαμψη ειλικρίνειας σκέφτεται: «Είχα εκεί, ζωντανό μπροστά μου, το όνειρο κάθε αρσενικού: μια μητέρα, μιαν αδελφή και μία πόρνη!».[xxvii] Στην Τριλογία, όντως, σχετίζεται με γυναίκες που ικανοποιούν την ανάγκη του για μητρική αγάπη, ερωτική ικανοποίηση ή συντροφικότητα. Παρόλα αυτά, είναι εργένης. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας δίνει την εξήγησή του: «Οι γυναίκες που αγάπησα θα μπορούσαν να ήταν οι γυναίκες της ζωής μου. Από την πρώτη ως την τελευταία. Δεν το θέλησα όμως.»[xxviii]

Τα πολλά πρόσωπα της Εύας

Η Λολ είναι η γυναίκα που έχει αγαπήσει πιο πολύ, και ο εντυπωσιακότερος γυναικείος χαρακτήρας στην Τριλογία. Είναι η τσιγγάνα παιδική φίλη, που κατέληξε να γίνει εμμονή και αντικείμενο του πόθου για τους τρεις φίλους, τον Manu, τον Ουγκό και τον Φαμπιό. Είναι η άπιαστη γυναίκα, ένα σύμβολο έρωτα και θηλυκότητας. Στο Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας, ο Μοντάλ προσπαθεί να καταλάβει γιατί η Λολ τους έλκυσε τόσο και τους τρεις:

«Αυτό που έδωσε στη Λολ την ομορφιά της ήταν ο δικός μας ο πόθος γι’ αυτήν. Η επιθυμία που είχε διαγνώσει μέσα μας. Όσο για μας, αυτό που μας είχε μαγνητίσει ήταν τα όσα υπήρχαν στο βάθος των ματιών της. Αυτό το μακρινό πουθενά από όπου ερχόταν και όπου φαινόταν να πηγαίνει. Ρομ ήταν. Άνθρωπος του ταξιδιού. Διέσχιζε κάθε χώρο και έλεγες πως δεν την άγγιζε ο χρόνος. Αυτό ήταν που πρόσφερε. Αυτή διάλεξε τους εραστές της στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον Ουγκό και τον Μανού. Σαν άντρας. Από την άποψη αυτή ήταν απρόσιτη.»[xxix]

Η Λολ, για τον Μοντάλ, ενσαρκώνει τον αισθησιασμό με έναν μοναδικό τρόπο. Έτσι, όταν αναφέρεται σε εκείνη, ο Μοντάλ χρησιμοποιεί και τις πέντε αισθήσεις, επιμένοντας στην ιδιαίτερα μεσογειακή μυρωδιά της, μυρωδιά από βασιλικό και μέντα.

Απηχήσεις της Λολ βρίσκουμε και στους άλλους γυναικείους χαρακτήρες της Τριλογίας, τη Λεϊλά, τη Μαρί-Λου, τη Κουκ, τη Σονιά. Όπως η Λολ, αναπαριστώνται μέσω των αισθήσεων. Η Λεϊλά, μια νεαρή μετανάστρια δεύτερης γενιάς που είναι ερωτευμένη με τον Μοντάλ, ευωδιάζει μέλι και μπαχαρικά. Η Μαρί-Λου, μια εικοσάχρονη πόρνη από τις Δυτικές Ινδίες, μυρίζει cashew nut oil. Η Κουκ, η μυστηριώδης βιετναμέζα μητέρα ενός υπόπτου στο Τσούρμο, μυρίζει εξωτισμό: «Δεν ήξερα τίποτα για το Βιετνάμ, όμως όλες του οι ευωδίες ήρθαν να με συναντήσουν. Μόλις γεννιέται κάπου ο πόθος, σκέφτηκα, γεννιούνται διάφορες μυρωδιές. Το ίδιο ευχάριστες όλες».[xxx] Είναι η femme fatale φιγούρα της Τριλογίας, μια ακατανίκητη γυναίκα που χρησιμοποιεί τη γοητεία της για να ικανοποιήσει τους προσωπικούς της στόχους. Η Σονιά είναι η φαντασίωση της γυναίκας με την οποία ο Μοντάλ θα μπορούσε να έχει κάνει ένα καινούριο ξεκίνημα. Οι αναμνήσεις της μοναδικής νύχτας που πέρασαν μαζί και η οργή του για την άδικη μοίρα της ωθούν τον Μοντάλ να πάρει εκδίκηση στο όνομά της. Η Μπαμπέτ και η Ελέν είναι η καθεμιά μια διαφορετική περίπτωση. Με τους ρόλους τους, ως δημοσιογράφος και αστυνομικός αντίστοιχα, απειλούν την αρρενωπότητα του Φαμπιό. Τον ελκύουν και οι δύο, μάλιστα με την Μπαμπέτ έχουν παλιότερα υπάρξει εραστές. Αρνείται, όμως, να εμπλακεί ερωτικά με καμία από τις δύο.

Η Ονορίν, η γειτόνισσα του Μοντάλ, είναι η μητρική φιγούρα, η ενσάρκωση της ιδέας της αρχέγονης μητέρας. Άριστη μαγείρισσα, η Ονορίν τον φροντίζει από αγάπη, χωρίς να ζητά κάποιο αντάλλαγμα εκτός απ’ ό,τι κάθε μάνα θα ευχόταν για τον γιό της, να τον δει δηλαδή παντρεμένο και ευτυχισμένο. Ο Μοντάλ την αγαπά εξίσου: «Ήταν η καλύτερη μανούλα. Μόνο για μένα».[xxxi]

Οι γυναίκες της Τριλογίας της Μασσαλίας ανατρέπουν το στερεότυπο της γυναίκας ως παθητικού θύματος στην αστυνομική λογοτεχνία. Μετανάστριες φοιτήτριες, ανύπαντρες μητέρες, γενναίες δημοσιογράφοι, δυναμικές πρόσφυγες, έξυπνες αστυνομικοί, οι γυναίκες του Ζαν - Κλωντ Ιζζό αποτελούν την πραγμάτωση της τυπικά μεσογειακής μίξης αισθησιασμού και ενστίκτου επιβίωσης. Παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους και αγωνίζονται για την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους. Επίσης, παίζουν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στα μυθιστορήματα, δρώντας σαν καταλύτες της δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ευθύνονται οι ίδιες για το κακό που θα ακολουθήσει την εμφάνισή τους. Για παράδειγμα, στο Soléa, όλα αρχίζουν με ένα γράμμα της Μπαμπέτ, που βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας μιας έρευνάς της για τις διασυνδέσεις της ιταλικής και της γαλλικής Μαφίας. Ωστόσο, η  Μπαμπέτ δεν είναι ένοχη για τις δραματικές εξελίξεις αλλά στέκεται απλά η αφορμή να ξεδιπλωθεί μια κρυμμένη πραγματικότητα.

Είναι ακριβώς αυτή η επιθυμία να αποκαλυφθεί η κρυμμένη πραγματικότητα που βρίσκεται στην καρδιά της Τριλογίας της Μασσαλίας. Τα βιβλία μπορεί να κυκλοφόρησαν στη μυθική Serie Noire των  Éditions Gallimard, αλλά αυτό που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο τον συγγραφέα είναι το πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μυθοπλασία ως εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υιοθετεί το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που στη Γαλλία καλείται polar. Τα μυθιστορήματα της Τριλογίας της Μασσαλίας είναι γοητευτικά σκοτεινά αστικά παραμύθια αλλά και αφορμές για να σχολιάσει ένας έντονα πολιτικοποιημένος συγγραφέας τα σύνθετα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της αγαπημένης του Μασσαλίας.

Ελένη Παπαγεωργίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 15 του The Books' Journal, Ιανουάριος 2012)

[i] Η Claire Gorrara, στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της σχετικά με το μεταπολεμικό γαλλικό νουάρ μυθιστόρημα, ισχυρίζεται ότι: «Το polar δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα. Είναι μια μορφή πολιτιστικής αφήγησης των καιρών μας. Είμαι μια λογοτεχνική φόρμα που έχει στόχο να κοιτάξει με επιφύλαξη το παρελθόν και το παρόν και να ανατρέψει τις προκαταλήψεις και τις υποθέσεις μας για το μέλλον». (Gorrara, Claire. The Roman Noir in Post-War French Culture. Dark Fictions. Oxford: Oxford University Press, 2003. σ. 126)
[ii] Dhoukar, Nadia. “Jean – Claude Izzo: Trajectoire d’un homme”. La Trilogie Φαμπιό Μοντάλ. Jean – Claude Izzo. Paris: Gallimard, 2006. σ. 26
[iii]Hewitt, Nickolas. “Departures and homecomings: Diaspora in Jean – Claude Izzo’s Marseille”. French Cultural Studies 17/3 (2006): 257-268. σ. 261
[iv] Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι και οι τρεις τίτλοι των μυθιστορημάτων στα γαλλικά αναφέρονται στη μουσική: Total Khéops (Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας) είναι ο τίτλος ενός κομματιού του μασσαλιώτικου συγκροτήματος IAM, Chourmo (Το Τσούρμο) ονομάζεται ένας δίσκος του επίσης τοπικού συγκροτήματος Massilia Sound System ενώ, τέλος, το Soléa είναι ένα κομμάτι του Miles Davis.
[v] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Ριχάρδος Σωμερίτης. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 52
[vi] ό.π., σ. 75
[vii] Horsley, Lee. Αναφορά στο Smyth, J. Edmund. “Marseille Noir: Jean – Claude Izzo and the Mediterranean detective”. Romance Studies 25/2 (2007): 111-121. σ.116
[viii] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 218
[ix] ό.π., σ. 228
[x] Gorrara, Claire. ό.π.,  σ. 71
[xi] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 117
[xii] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 231
[xiii] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Αλέξης Εμμανουήλ. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 471
[xiv] Dhoukar, Nadia. ό.π., σ. 31
[xv] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 170-171
[xvi] ό.π., σ. 217-218
[xvii] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 113
[xviii] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. ό.π., σ. 403
[xix] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 88
[xx] ό.π., σ. 641
[xxi] Smyth, J. Edmund. ό.π., σ. 119
[xxii] Dhoukar, Nadia. ό.π., σ. 19
[xxiii]  Izzo, Jean- Claude. Soléa. Η Τριλογία της Μασσαλίας. Μτρφ. Ριχάρδος Σωμερίτης. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2011. σ. 609
[xxiv] ό.π., σ. 590
[xxv] Izzo, Jean- Claude. Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας. ό.π., σ. 52
[xxvi] ό.π., σ. 585
[xxvii] ό.π., σ. 181
[xxviii] ό.π., σ. 91
[xxix] ό.π., σ. 93-94
[xxx] Izzo, Jean- Claude. Το Τσούρμο. ό.π., σ. 473
[xxxi] Izzo, Jean- Claude. Soléa. Η Τριλογία της Μασσαλίας. ό.π., σ. 586

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο σε θολά νερά

Η σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων που έκανε διάσημο τον Σικελό συγγραφέα Andrea Camilleri εγκαινιάστηκε το 1994 με το μυθιστόρημα Το Σχήμα του Νερού. Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του συγγραφέα που μεταφράστηκε στα ελληνικά, ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο βρίσκεται πλέον στην ηλικία της αβεβαιότητας.

Από την εμφάνιση των πρώτων αστυνομικών μυθιστορημάτων του εκδοτικού οίκου Mondadori,γνωστά ως gialli[i], το Σεπτέμβριο του 1929 έως και σήμερα η αστυνομική λογοτεχνία δεν έπαψε να είναι ένα εξαιρετικά αγαπητό λογοτεχνικό είδος για τους ιταλούς αναγνώστες. Άλλωστε, κάποιοι από τους διαπρεπέστερους Ιταλούς συγγραφείς, όπως ο Ουμπέρτο Έκο, ο Ίταλο Καλβίνο ή ο Λεονάρντο Σάσα, έχουν πειραματιστεί κατά καιρούς με τη φόρμα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 το τοπίο της ιταλικής αστυνομικής λογοτεχνίας άρχισε να αλλάζει με την εμφάνισή μιας νέας γενιάς συγγραφέων. Ένα από τα διακρίνοντα χαρακτηριστικά του έργου τους φαίνεται να είναι η τάση να τοποθετούν τις ιστορίες τους έξω από τη μεγάλη μητρόπολη, σε επαρχιακές τοποθεσίες όπου το παρόν και το παρελθόν, το παραδοσιακό και το μοντέρνο συνυπάρχουν. Σχετικά με αυτή την επιλογή, ο μελετητής Laurent Lombard υποστηρίζει ότι η νέα αυτή γενιά δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιδεολογική, πολιτική και ιστορική συνέχεια από την κοινωνία του χτες σε αυτή του σήμερα.[ii] Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από τους  νεότερους ιταλούς συγγραφείς του είδους γράφουν παράλληλα με τα αστυνομικά τους μυθιστορήματα και ιστορικά. Τέτοια είναι και η περίπτωση του Andrea Camilleri, το έργο του οποίου είναι έντονα επηρεασμένο όχι μόνο από το ενδιαφέρον του για την ιστορία αλλά και από τη μακρά επαγγελματική του εμπειρία ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο.
Η ηλικία της αβεβαιότητας είναι ο τίτλος της τελευταίας περιπέτειας του επιθεωρητή Μονταλμπάνο. Ο αγαπημένος ήρωας του Andrea Camilleri είναι βυθισμένος στην ανησυχία καθώς βλέπει την τρίτη ηλικία να πλησιάζει. Αναγκάζεται να αναλάβει δράση όταν μετά από μια θαλασσοταραχή ένα σκάφος που δένει για λίγες μέρες στο λιμάνι της Βιγκάτα αναφέρει ότι συνάντησε μια βάρκα με ένα πτώμα και την παραδίδει στις Αρχές. Απρόθυμα ο Μονταλμπάνο ξεκινά να ξετυλίγει το νήμα της μυστηριώδους υπόθεσης με σύμαχο μία γοητευτική νεαρή υποπλοίαρχο. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και αυτή τη φορά ο Μονταλμπάνο νιώθει πιο αβέβαιος από ποτέ.
Ντετέκτιβ αλά Σισιλιάνα
Ο επιθεωρητής Σάλβο Μονταλμπάνο, που παίρνει το όνομά του από τον Καταλανό πρωτεργάτη του νουάρ μυθιστορήματος της Μεσογείου, Manuel Vázquez Montalbán, είναι ένας μεσήλικας Σικελός επιθεωρητής της αστυνομίας. Αφοσιωμένος στην δουλειά του, ζει μόνος σε ένα μικρό σπίτι δίπλα στην θάλασσα. Για τον Μονταλμπάνο, απόλυτη προτεραιότητα στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή είναι η τιμιότητα. Το κίνητρό του για την επίλυση των υποθέσεων που του ανατίθενται δεν είναι μόνο η επαγγελματική του αφοσίωση αλλά προπάντων οι ηθικές του αξίες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η προσπάθειά του για την απονομή δικαιοσύνης περνά πάντα μέσα από νόμιμες διαδικασίες ή ότι ο ίδιος πάντα δρα με διαφάνεια και ενημερώνοντας τους ανωτέρους του για τις κινήσεις του. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας, αφού αφήσει πρώτα τα έγγραφα του αρχείου του να καταστραφούν από τη βροχή, σκαρφίζεται ψεύτικες ιστορίες και δικαιολογίες για να αποφύγει να συναντηθεί με τις ευθύνες του – δηλαδή με τον Διοικητή ή με τον επίμονο αστυνόμο Λάττες. Η στάση του απέναντι στην εξουσία είναι άλλωστε προσεκτική. Ο Μονταλμπάνο, που βλέπει μόνο διαφθορά στο ιταλικό πολιτικό και δικαστικό σύστημα, αποφεύγει να πάρει μέρος στα βρώμικα παιχνίδια του κράτους. Δεν αποσκοπεί στην αναγνώρισή του ίδιου ως ήρωα που πολεμάει ενάντια στη διαφθορά, αλλά το μόνο που θέλει είναι να διασφαλίσει δικαιοσύνη για τα θύματα του εγκλήματος και να συμβάλει στη δημιουργία μιας ‘’καθαρής’’ Σικελίας.
Αν ο ίδιος ο Manuel Vázquez Montalbán έχει εμπνεύσει το όνομα του πρωταγωνιστή, ο ήρωάς του, ο Πέπε Καρβάλιο, έχει δώσει και αυτός στοιχεία του στον επιθεωρητή Μονταλμπάνο. Μια ομοιότητα εντοπίζεται στη δυσκολία που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης που προσπαθεί να προβλέψει την επόμενη κίνηση του επιθεωρητή. Ακολουθώντας την παράδοση του hard-boiled, ο Μονταλμπάνο είναι ένας αδιάφανος χαρακτήρας. Είναι «απρόβλεπτος όχι επειδή δεν ξέρουμε τι σκέφτεται, αλλά αντιθέτως επειδή ξέρουμε όλες τις πράξεις και τις σκέψεις του, ωστόσο τακτικά γινόμαστε μάρτυρες της αλλοπρόσαλλης και αναξιόπιστης συμπεριφοράς του».[iii]  Όπως ο Καρβάλιο, έτσι και ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο στηρίζεται στο ένστικτό του, σε τυχαίες συναντήσεις ακόμα και στην πλοκή αστυνομικών μυθιστορημάτων που διαβάζει για να κατευθύνει την έρευνα. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας, ως κλειδί για την εξιχνίαση της υπόθεσης λειτουργεί το μυθιστόρημα του Georges Simenon Les Pitard, όταν ο Μονταλμπάνο ανασύρει από την αναγνωστική του μνήμη το όνομα ενός χαρακτήρα του βιβλίου. Ρόλο οδηγού στην έρευνα παίζουν ακόμα τα όνειρα του επιθεωρητή. Σε αυτά βρίσκει σημάδια που τον βοηθούν να προσανατολιστεί και να βρει απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα.
Για τη ερευνήτρια Maja Mikula, ο Μονταλμπάνο «εκπροσωπεί τη γνώση σε μια κοινωνία όπου επικρατεί η πληροφορία».[iv] Παρά το ότι ζει και εργάζεται στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, εκμεταλλεύεται ελάχιστα τις νέες τεχνολογίες για να διευκολύνει τις έρευνές του. Είναι μετρημένες οι φορές που ζητά από τον τεχνολογικά καταρτισμένο υπάλληλό του, τον Καταρέλα, «με τις αξιοσημείωτες ικανότητές του στη χρήση των υπολογιστών να βρίσκονται σε αντίθεση με την απύθμενη βλακεία του»[v] να τον βοηθήσει. Απορρίπτοντας, επιπλέον,  εκ προοιμίου τις μακροσκελείς λίστες ληξιαρχικών αλλά συχνά καίριων πληροφοριών που συγκεντρώνει ο άλλος υφιστάμενός του, ο Φάτσιο, ο Μονταλμπάνο προτιμά να αντλεί από την προσωπική του εμπειρία ή να απευθύνεται σε φίλους και βιβλία. Μια επιλογή που υπογραμμίζει την άρνησή του να εισέλθει ανενδοίαστα στη νέα ψηφιακή εποχή.
Ένα ακόμα κοινό σημείο μεταξύ του Σάλβο Μονταλμπάνο και του Πέπε Καρβάλιο είναι ο βίαιος αντρισμός τους που θυμίζει τους ήρωες κλασικών hard-boiled μυθιστορημάτων. Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο, αν και προτιμά να λύνει τα προβλήματα χωρίς τη χρήση βίας και όπλων, ξέρει να χρησιμοποιεί τη σωματική του δύναμη όπου και όποτε χρειάζεται και μπορεί να γίνει πραγματικά βίαιος αν το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Είναι χαρακτηριστικές, άλλωστε, οι τελευταίες- έντονα κινηματογραφικές- σκηνές της Ηλικίας της αβεβαιότητας, όπου ο Μονταλμπάνο μετατρέπεται σε ατρόμητο Ράμπο. Η αρρενωπότητά του εκφράζεται, ωστόσο, επίσης, θετικά στην εκτίμησή του για την αντρική φιλία και συντροφικότητα. Με τον Φάτσιο, τον Μιμί και τους υπόλοιπους υφισταμένους του λειτουργούν σαν μια ομάδα φίλων συνασπισμένων ενάντια στο έγκλημα, θυμίζοντας συχνά τους ήρωες εφηβικών αφηγημάτων μυστηρίου.
Η στενή του σχέση με τους συναδέλφους του είναι άλλωστε ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Μονταλμπάνο, αν και ταιριάζει στον ορισμό του νουάρ ήρωα ως ένας ‘’μοναχικός άντρας που αντιστέκεται σε έναν διεφθαρμένο κόσμο’’, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τέτοιος.  Ωστόσο, αυτό που τον συνδέει με τον ήρωα κλασικών νουάρ αφηγημάτων είναι το όλο και πιο δυνατό αίσθημα απογοήτευσης και απαισιοδοξίας που τον διακατέχει, όπως και ο τρόπος που σκέφτεται σχετικά με το θάνατο. Για τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο, ο θάνατος είναι μια χυδαιότητα. Στο Σχήμα του Νερού, ο Camilleri γράφει χαρακτηριστικά:
«Ο διοικητής υποστήριζε πως κάθε θάνατος, ακόμα και ο πιο τιποτένιος, διατηρεί ανέπαφη την ιερότητά του. Ο Μονταλμπάνο είχε αντιτείνει – και ήταν απόλυτα ειλικρινής- πως δεν κατόρθωνε να αντιληφθεί τίποτα το ιερό σε κανέναν απολύτως θάνατο, ακόμα και στο θάνατο ενός παπά».[vi]
Πρόκειται για μια στάση προς το θάνατο σίγουρα όχι πολύ δημοφιλή στην καθολική Ιταλία, πόσο μάλλον στην, ακόμα πιο συντηρητική σε ζητήματα θρησκείας, Σικελία. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας, όπου τον τόνο δίνει η ανησυχία του Επιθεωρητή για την ηλικία του και τα επικείμενα γηρατειά, ο θάνατος είναι συνεχώς παρών. Ο Μονταλμπάνο δεν παύει να τον ειρωνεύεται αλλά δεν φαίνεται πια τόσο σίγουρος για τον εαυτό του. Τα περιπαικτικά σχόλια του ιατροδικαστή Πασκουάνο για την ηλικία του δεν είναι πλέον πάντα ευπρόσδεκτα. Αυτό που έχει, επίσης, ενδιαφέρον είναι ο ρόλος του θανάτου- και αυτού που μπορούμε να θεωρήσουμε μια σύντομη εκδοχή του, του ύπνου- στην αφηγηματική δομή του μυθιστορήματος. Με έναν περίτεχνο κυκλικό τρόπο, η Ηλικία της αβεβαιότητας αρχίζει και τελειώνει με τον Επιθεωρητή να κοιμάται, εγκλωβισμένος σε όνειρα και πραγματικότητες όπου ο θάνατος πρωταγωνιστεί.

Πικρή μικρή πατρίδα
Ο Andrea Camilleri είναι Σικελός, όπως ο ήρωάς του. Με καταγωγή από την μικρή παραλιακή πόλη Πόρτο Εμπέδοκλε του Αγκριτζέντο, που λειτουργεί ως μοντέλο της λογοτεχνικής Βιγκάτα, φιλοτεχνεί το πορτρέτο μιας Σικελίας κυριευμένης από ένα αποδεκτό και σχεδόν οργανωμένο χάος. Ο ίδιος ο Μονταλμπάνο, αηδιασμένος από τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της πατρίδας του, συχνά αναφέρεται σε αυτή με πικρία. Ωστόσο, δεν μπορεί να εγκαταλείψει το νησί όπου έχει ζήσει ολόκληρη την ζωή του, ούτε ακόμα και για να ακολουθήσει την σύντροφό του Λίβια στη Βόρεια Ιταλία, όπου εκείνη ζει μόνιμα. Η αναπαράσταση της Σικελίας στα μυθιστορήματα του Camilleri είναι πολυδιάστατη. Από τη μια μεριά, το νησί προκύπτει ένας τόπος όπου συνυπάρχουν η απόλυτη ομορφιά και η απόλυτη φρίκη. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας, κατά τη διάρκεια της βόλτας του προς τον φάρο μετά την απόλαυση ενός εξαιρετικού δείπνου στο εστιατόριο του Έντσο, ο Μονταλμπάνο βρίσκεται αντιμέτωπος με το τραγικό θέαμα της διάσωσης μιας βάρκας γεμάτης με εξαντλημένους λαθρομετανάστες. Σχετικά με αυτό ο Laurent Lombard σχολιάζει ότι η ματιά του Andrea Camilleri στην Σικελία επικεντρώνεται:
«στους δύο κόσμους που αντιτίθενται: τον έντιμο κόσμο του επιθεωρητή και της ομάδας του και τον επιφανειακό επομένως ανήθικο κόσμο των γραφειοκρατών. Ο συγγραφέας παίζει με την την διπλή μετάθεση της πραγματικότητας : δίπλα στα χρώματα της Σικελίας, τις μυρωδιές και την  γαστρονομία της, και τη διάλεκτό της, αναπτύσσονται η νέα μαφία, η διαφθορά και τα μεταναστευτικά κύματα.»[vii]
Από την άλλη μεριά, η αναπαράσταση της Σικελίας στο έργο του Andrea Camilleri έχει να κάνει σε σημαντικό βαθμό με μια σειρά επίμονων υπενθυμίσεων της αντίθεσης μεταξύ του νησιού και της βόρειας Ιταλίας, μια αντίθεση που έχει βαθιές ρίζες στην ιταλική κουλτούρα αλλά και στη  σύγχρονη πολιτική. Η Λίβια, άλλωστε, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια σχέσης με τον Μονταλμπάνο, νιώθει ξένη όταν τον επισκέπτεται στη Βιγκάτα. Αδυνατεί να κατανοήσει τον στενό δεσμό που δένει τους Σικελούς με τον τόπο τους. 
Στη Σικελία το έγκλημα βρίσκεται παντού, και η Βιγκάτα δεν είναι παρά μία μικρογραφία του νησιού. Το πανταχού παρόν έγκλημα και η συνακόλουθη μίζερη καθημερινότητα είναι στη συνείδηση των Σικελών αναγκαίο κακό. Με τον ίδιο τρόπο, η Μαφία είναι πλέον κομμάτι της πραγματικότητας, χωρίς αυτό να την κάνει λιγότερο απειλητική. Όταν ο – ατρόμητος κατά τα άλλα- Μονταλμπάνο βρίσκει στο γραφείο του ένα στεφάνι από άσπρους κρίνους, κλασικό μήνυμα της Μαφίας , δεν μπορεί να κρύψει ότι ταράζεται.
Πέρα από τη Μαφία, μεγάλο πρόβλημα φαίνεται να είναι η διαφθορά στα υψηλά κλιμάκια.  Στις έρευνες του Μονταλμπάνο συχνά βρίσκεται εμπόδιο κάποιος βουλευτής, εκκλησιαστικός αξιωματούχος, δημοτικός άρχοντας ή μαφιόζος που προσπαθεί να τον σταματήσει για να προστατεύσει πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτή η πραγματικότητα φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα του πεσιμισμού που χαρακτηρίζει την ιταλική αστυνομική λογοτεχνία. Στην Ιταλία της Μαφίας και της διεφθαρμένης εξουσίας, η σύλληψη κάποιου υπόπτου δεν σημαίνει ότι το έγκλημα πρόκειται πλέον να τιμωρηθεί. Εφόσον η έρευνα δεν καταλήγει στην τιμωρία του αληθινού ενόχου, η αφήγηση δεν επικεντρώνεται πλέον στην αναζήτηση της αλήθειας αλλά στην αναπαράσταση της κοινωνίας, στη κυνική κριτική της ιταλικής αστυνομίας, του δικαστικού συστήματος και γενικότερα του κράτους. Ο Lombard θεωρεί ότι ίσως για αυτό να ευθύνεται η ιταλική κουλτούρα της σιωπής, της λεγόμενης omertà˙ στην Ιταλία η αποκάλυψη της αλήθειας μπορεί να επιφέρει ακόμα και θάνατο, όταν εμπλέκεται η Μαφία.[viii] Στην Ηλικία της αβεβαιότητας πάντως, το έγκλημα είναι μια διεθνής υπόθεση και η Σικελία ένας μόνο από τους τόπους που το φιλοξενούν σε ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο ανισότητας και εκμετάλλευσης.

Η γλυκιά γεύση της αμαρτίας
Παρά τις πολυάριθμες πληγές της ιδιαίτερης πατρίδας του, από την καθημερινότητα του επιθεωρητή Μονταλμπάνο στη Βιγκάτα δεν λείπουν οι απολαύσεις. Ανάμεσα σε αυτές, η τελετουργία του φαγητού φαίνεται να είναι εξαιρετικής σημασίας - ένα ακόμα στοιχείο που ο Andrea Camilleri μοιράζεται με τον Manuel Vázquez Montalbán. Η απόλαυση ενός καλομαγειρεμένου πιάτου βρίσκεται πολύ ψηλά στη λίστα προτεραιοτήτων του Μονταλμπάνο. Όσο για τα γούστα του, προτιμάει το ψάρι και τη μαγειρική είτε της ιδιότυπης οικονόμου του Αδελίνα, είτε κάποιου μάγειρα των αγαπημένων του εστιατορίων. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας προτιμά να τρώει στον Έντσο (μελιτζάνες με παρμεζάνα, μακαρόνια με σάλτσα από μελάνι σουπιάς και τηγανητός γόνος καλαμάρι είναι μερικές μόνο από τις σπεσιαλιτέ)- δεν λείπει όμως και η σπάνια εμπειρία του φαγητού σε ένα κακό εστιατόριο που τον εξοργίζει:
«Καταραμένη η στιγμή που αποφάσισε να φάει σ’ εκείνο το βρομερό και πανάκριβο εστιατόριο! Μπορεί ο μάγειρας να μαγείρευε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή να ήταν εγκληματίας που εξολόθρευε κόσμο. Φαγητά ζεματιστά, καμένα, άνοστα, αλμυρά, ούτε από λάθος δεν πέτυχε κάτι.»[ix]
Στα μυθιστορήματα του Camilleri, τα αποσπάσματα που αφιερώνονται στο φαγητό και το ποτό παίζουν ένα ρόλο ανάλογο με αυτά στο έργο του Montalbán. Το φαγητό και το ποτό είναι για τον επιθεωρητή μια αφορμή να χαλαρώσει και να βρει έμπνευση για κάποια δύσκολη υπόθεση που τον απασχολεί- πόσο μάλλον όταν το γεύμα ακολουθείται από έναν χωνευτικό περίπατο δίπλα στην θάλασσα. Για το συγγραφέα, από την άλλη, είναι μια ευκαιρία να ρίξει τους ρυθμούς της αφήγησης και να εντείνει το στοιχείο του σασπένς.
Όσον αφορά τις γυναίκες, ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο είναι ένας άντρας παλαιάς κοπής. Οι απόψεις του για τις σχέσεις των δύο φύλων είναι μάλλον συντηρητικές. Διατηρεί μια μακροχρόνια σχέση από απόσταση με τη Λίβια, αποφεύγει όμως να  παντρευτεί την αγαπημένη του. Ο φόβος του για τη δέσμευση σε συνδυασμό με την βαθιά αγάπη του για τη Λίβια είναι ίσως τα αίτια των συχνών προβλημάτων του ζευγαριού. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας τα προβλήματα αυτά φαίνεται να είναι πιο έντονα παρά ποτέ. Στη συνήθη ένταση της σχέσης προστίθεται ένας πειρασμός που απειλεί να παρασύρει τον πάντα πιστό Μονταλμπάνο. Η Λάουρα Μπελαντόννα, υποπλοίαρχος στο Λιμεναρχείο της Βιγκάτα, «σχεδόν μια παλάμη πιο ψηλή από εκείνον, με μεγάλα αστραφτερά μάτια, χείλη κατακόκκινα που δεν είχαν ανάγκη από κραγιόν για να τονιστούν και το σημαντικότερο πολύ γλυκιά»[x] από μια γοητευτική επαγγελματική γνωριμία μετατρέπεται σε εμμονή για τον ήρωα του Camilleri. Η έλξη είναι αμοιβαία αλλά οι ενοχές και ο φόβος της αλλαγής δεν αφήνουν τον επιθεωρητή να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του. Αφήνεται, ωστόσο, να ξανανιώσει συναισθήματα που έχει ξεχάσει, όσο κι αν νιώθει πως δεν είναι ταιριαστό στην ηλικία του:
«Το μυαλό του χάθηκε στη σκέψη της κοπέλας. Τον ενοχλούσε που μόλις την σκεφτόταν, δε μπορούσε να συγκεντρωθεί σε τίποτ’ άλλο. Στο μυαλό του κυριαρχούσε μόνο εκείνη, το περπάτημά της, το γέλιο της... κατά βάθος ντρέποταν. Δεν ήταν σοβαρά πράγματα αυτά για έναν άντρα της ηλικίας του. Όμως δε μπορούσε να κάνει τίποτα.»[xi]
Έτσι, η παρ’ ολιγον περιπέτεια με τη Λάουρα γίνεται αφορμή για τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο να συνειδητοποιήσει τη βαθειά του αγωνία για το πέρασμα στην τρίτη ηλικία. Αναλογίζεται:
«Τότε τι νιώθω για κείνη;
Έλξη. Πόθο. Ματαιοδοξία. Ή τη βλέπεις σαν σχεδία που πιάνεσαι απελπισμένα πάνω της για να μην πνιγείς στη θάλασσα των γηρατειών.»[xii]
Πέρα από την θελκτική Λάουρα, δεν θα μπορούσε να λείπει από το μυθιστόρημα και ένας χαρακτήρας τυπικός στο αστυνομικό μυθιστόρημα, η femme fatale. Η ιδιοκτήτρια του σκάφους Βάννα, που ονομάζεται Λίβια όπως και η σύντροφος του Μονταλμάνο, είναι μια γυναίκα που με όπλο της το σεξ παρασέρνει τους άντρες που την ακολουθούν σε επικίνδυνους δρόμους. Στον αντίποδα της, η οικονόμος του Μονταλμπάνο, η στοργική Αδελίνα, είναι μια μητρική φιγούρα που, επιπλέον, μαγειρεύει υπέροχα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο Camilleri παίζει με το μοτίβο της σχολής του hard-boiled για τη γυναίκα ως καταστροφικό καταλύτη της δράσης. Μπορεί Η ηλικία της αβεβαιότητας να ξεκινάει, όπως πολλά κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα, με την επίσκεψη μιας άγνωστης γυναίκας στον ντετέκτιβ, η γυναίκα αυτή όμως είναι κάθε άλλο παρά γοητευτική και ο τρόπος συνάντησης ευρηματικός. Άλλωστε, η Βάννα, η κοπέλα που παίζει το ρόλο του μυστηριώδους θηλυκού σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, αποδεικνύεται ότι είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που φαίνεται. Στην Ηλικία της αβεβαιότητας η αλήθεια είναι καλά κρυμμένη πίσω από ένα πυκνό δίχτυ ψεμάτων, προσωπείων και παρανοήσεων.
Ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Andrea Camilleri να είναι ότι γράφει αυθεντικά ιταλικά αστυνομικά μυθιστορήματα που όμως βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με τη διεθνή σκηνή της αστυνομικής λογοτεχνίας. Καθώς αναφέρεται σε κλασικά έργα του είδους με πολλαπλούς τρόπους, όχι μόνο παραθέτοντας τίτλους μυθιστορημάτων και ονόματα προσώπων, αλλά και εμπνεόμενος στην κατασκευή των χαρακτήρων από αναγνωρίσιμους ήρωες, ο Andrea Camilleri υποστηρίζει την εγγραφή των μυθιστορημάτων του σε μια ορισμένη λογοτεχνική κατηγορία. Πιο συγκεκριμένα, στον επιθεωρητή Μονταλμπάνο συναντάμε στοιχεία του Πέπε Καρβάλιο αλλά και του ήρωα του Ζώρζ Σιμενόν, επιθεωρητή Μαιγκρέ. Το αποτέλεσμα του συνδυασμού είναι ένας πρωτότυπος μυθιστορηματικός ήρωας.
Η επιρροή του Montalbán συγγραφέα δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω του κεντρικού χαρακτήρα και της αγάπης του για το καλό φαγητό και ποτό, αλλά και στην αναπαράσταση της Σικελίας που, όπως και η Βαρκελώνη, παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου συνυπάρχουν η ομορφιά και η φρίκη. Παράλληλα, ο συγγραφέας ξεπερνά τα όρια του είδους, καθώς αναφέρεται σε σημαντικά τοπικά, εθνικά και διεθνή πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.  Στα βιβλία του, η καυστική κοινωνική κριτική συνυπάρχει με ορισμένα από τα πιο συνήθη μοτίβα της αστυνομικής  λογοτεχνίας. Αυτό που κάνει, ωστόσο, μοναδικό το έργο του Andrea Camilleri είναι το αυθεντικό τοπικό χρώμα: μέσα από μία καλοδουλεμένη αστυνομική αφήγηση προκύπτει τελικά το ειλικρινές πορτρέτο της σύγχρονης Σικελίας.
Ελένη Παπαγεωργίου
(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο The Books' Journal, τεύχος 13, Νοέμβριος 2011) 

[i] Gialli είναι ο πληθυντικός της λέξης giallo που στα Ιταλικά σημαίνει κίτρινο, το χαρακτηριστικό χρώμα των εξωφύλλων της αστυνομικής σειράς του Mondadori.
[ii] Lombard, Laurent. “Le roman policier italien: entre mystère et silence”. Mouvements 15/16 (2001). σ. 65
[iii] Maeder, C.M. Constantino. “Crime novels in Italy”. Investigating Identities. Questions of Identity in Contemporary International Crime Fiction. Επιμ. Marieke Krajenbrink και Kate M. Quinn. Άμστερνταμ και Νέα Υόρκη: Rodopi, 2009. σ. 274
[iv] Mikula, Maja. “Intellectual engagement in Andrea Camilleri’s Montalbano fiction”. Storytelling. 5/1 (2005). σ. 34
[v] ό.π., σ. 34
[vi] Camilleri, Andrea. Το σχήμα του νερού. Μια υπόθεση για τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο. Μτρφ. Μαρία-Ρόζα Τραϊκόγλου. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 1999. σ. 30
[vii] Lombard, Laurent. “Le roman policier italien: entre mystère et silence”. Mouvements 15/16 (2001). σ. 66
[viii] ό.π., σ. 63
[ix] Camilleri, Andrea. Η ηλικία της αβεβαιότητας. Μια υπόθεση για τον  επιθεωρητή Μονταλμπάνο. Μτρφ. Φωτεινή Ζερβού. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2011. σ. 129
[x] ό.π., σ. 55
[xi] ό.π., σ. 95
[xii]ό.π., σ. 240




Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο σε θολά νερά

Νέο κείμενο στο περιοδικό The Books' Journal που κυκλοφορεί (Νοέμβριος 2011). Για το νέο βιβλίο του Αντρέα Καμιλλέρι Στην Ηλικία της Αβεβαιότητας (Εκδόσεις Πατάκη) αλλά και για όλο το έργο του Σικελού συγγραφέα.