Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

«Ελευθερία είναι για μας η μετανάστευση»



Μετά τα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια και την Περαίωση, ο Πέτρος Μάρκαρης κλείνει την Τριλογία της Κρίσης του με το μυθιστόρημα Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία. Με τα τρία μυθιστορήματα ο συγγραφέας αποπειράται να χαρτογραφήσει την Ελλάδα της κρίσης ενόσω αυτή εξελίσσεται.
Αυτή τη φορά τοποθετεί την υπόθεσή του στο εγγύς μέλλον. Είναι οι πρώτες μέρες του σωτήριου έτους 2014 και η Ελλάδα έχεις μόλις επιστρέψει στη δραχμή, μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία. Τους παλλαϊκούς πανηγυρισμούς το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς στην Πλατεία Συντάγματος, διαδέχεται η ψυχρολουσία της στάσης πληρωμών και η ωμή πραγματικότητα μιας χώρας διχασμένης.  Η μετάβαση δεν είναι εύκολη για κανέναν, ούτε για τον Αστυνόμο Κώστα Χαρίτο που σχολιάζει εύγλωττα ότι «εδώ μιλάμε για μετακόμιση από μονοκατοικία σε γκαρσονιέρα».
Η ανακάλυψη του νεκρού σώματος ενός επιτυχημένου εργολάβου στις λεηλατημένες ολυμπιακές εγκαταστάσεις σημαίνει συναγερμό στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση. Ο Αστυνόμος Χαρίτος και η ομάδα του, εν μέσω στάσης πληρωμών και κάτω από την πίεση του προϊσταμένου Γκίκα που μάταια αναζητά πολιτική κάλυψη στην υπηρεσιακή κυβέρνηση, αναζητούν τον δολοφόνο . Μόνο κλειδί το μήνυμα που αφήνει ως ήχο κλήσης στο κινητό του νεκρού: «Εδώ Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Ψωμί, παιδεία, ελευθερία.» Όσο το σχέδιο των δολοφονιών προχωράει, με το φόνο ενός πανεπιστημιακού και ενός συνδικαλιστή, το μήνυμα συμπληρώνεται: «Ψωμί δεν έχουμε. Παιδεία δεν έχουμε. Ελευθερία είναι για μας η μετανάστευση».
Ο Χαρίτος βρίσκεται να ανασκάπτει την πορεία των πρώην αγωνιστών του Πολυτεχνείου από τον αντιδικτατορικό αγώνα στην επιτυχία. Ήδη από τα πρώτα τρία αστυνομικά του μυθιστορήματα (Νυχτερινό Δελτίο, Ο Τσε Αυτοκτόνησε, Άμυνα Ζώνης), το συγγραφέα προβληματίζει η συμμετοχή αγωνιστών του Πολυτεχνείου στις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Ο Χαρίτος,  που τους γνώρισε από τη θέση του αστυνομικού κατά τη διάρκεια της Χούντας, δεν τους εμπιστεύεται. Ο Μάρκαρης δύο δεκαετίες μετά την πτώση της δικτατορίας, εκφράζει την απογοήτευσή του από τη νέα δημοκρατική Ελλάδα. Ο συγγραφέας και ο ήρωάς του δεν είναι μόνοι τους. Στην Ισπανία, ο Καρβάλιο δυσκολεύεται να αποδεχθεί την εμπλοκή πρώην κομμουνιστών  στα Ολυμπιακά Έργα, ενώ  στην Ιταλία ο Μονταλμπάνο εκπλήσσεται από την νέα γενιά τραπεζιτών και επιχειρηματιών της οποίας πρωτοστατούν πρώην σύντροφοί του στο Μάη του 1968.
Στο Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία τα παιδιά της γενιάς του Πολυτεχνείου στέκονται απέναντι στους γονείς τους. Είναι οι άνεργοι μορφωμένοι νέοι που βλέπουν καθαρά ότι, όπως και στην εκκλησία,  «στην ιεραρχία του Πολυτεχνείου ξεκινούσες από απλός αντιστασιακός για να φτάσεις επιχειρηματίας, πανεπιστημιακός ή κλαδικό στέλεχος». Θέλουν να τιμωρήσουν τη γενιά «του απόλυτου ναρκισσισμού», τη γενιά που, αντίθετα με τη δική τους ή αυτή των παππούδων τους, «εισέπραξε και εισπράττει ακόμα».
Ωστόσο, την απάντηση του αινίγματος ο Χαρίτος δεν θα τη βρει σε ιδεολογίες ή στο παιχνίδι της οικονομίας και της πολιτικής. Για τον Μάρκαρη, αυτό που γεννά το έγκλημα είναι η ανθρώπινη εμπάθεια και τα συναισθηματικά τραύματα στα πλαίσια οικογενειακών ή φιλικών σχέσεων. Τραύματα που κουβαλάμε όλοι αλλά ορισμένους τους ξεπερνούν.
Στα περιθώρια της έρευνας βλέπουμε εικόνες μιας χώρας που αγωνίζεται να επινοήσει νέες τεχνικές επιβίωσης. Η ακροδεξιά είναι πλέον υπολογίσιμη απειλή της τάξης και της ασφάλειας, με τους οπαδούς της Χρυσής Αυγής να λειτουργούν περίπου όπως τα Τάγματα Εφόδου της μεσοπολεμικής Γερμανίας της δεκαετίας του ’30 του Φίλιπ Κερρ στη δική του Τριλογία του Βερολίνου. Άσυλα για νεοάστεγους, εναλλακτικά γραφεία ευρέσεως εργασίας για νέους, το διαδικτυακό Ράδιο Ελπίδα που στήνει η κόρη του Χαρίτου, η Κατερίνα, είναι δείγματα γραφής της Ελλάδας που μπορεί να χαρίσει και πάλι αισιοδοξία.
Η κοινωνικοπολιτική κριτική στην Τριλογία της Κρίσης είναι πλέον πολυφωνική. Χαρακτήρες λιγότερο ή περισσότερο σημαντικοί αφηγούνται ιστορίες οικονομικής κατάρρευσης και δυσχερειών, σχολιάζουν και δίνουν εξηγήσεις για τα τεκταινόμενα. Ο Μάρκαρης προσθέτει στο θίασό του τον Γερμανό Ούλι, που αναλαμβάνει να κλονίσει τις πολύ αρνητικές προκαταλήψεις της οικογένειας του Χαρίτου προς το έθνος του.


Ο Χαρίτος σε χαλεπούς καιρούς
Γιος ενωμοτάρχη, ο Χαρίτος δεν επέλεξε το επάγγελμα του αστυνομικού αλλά ήταν η μόνη δυνατότητα που του δόθηκε για να φύγει από το χωριό του. Σίγουρα δεν ψήφισε ποτέ αριστερά ούτε και χαρακτηρίζεται από φανατισμό στις πολιτικές του απόψεις.  Έχει χτίσει, άλλωστε, μια ιδιόμορφη φιλία με τον Ζήση, έναν συνταξιούχο αντιστασιακό και παθιασμένο αριστερό που γνώρισε στην Ασφάλεια κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Με τα χρόνια οι διαφορές τους γεφυρώνονται: «Περιμέναμε και οι δυο μας το ραντεβού με την Ιστορία σε διαφορετικές γωνίες, αλλά επειδή το ραντεβού μάς κρέμασε, και εμάς τους δυο και την Ελλάδα, πιάσαμε την κουβέντα και τα βρήκαμε».
Μανιώδης αναγνώστης λεξικογραφικών λημμάτων, ο Χαρίτος αναζητά στα λεξικά του απαντήσεις στα αινίγματα της έρευνας. Οι ορισμοί συχνά ενσωματώνονται στην αφήγηση και λειτουργούν ως τροφή για σκέψη. Αν στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια ο Χαρίτος αναζητά τον ορισμό των όρων της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητας, στο Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία σειρά έχουν η τρομοκρατία, το Πολυτεχνείο και η στάση… πληρωμών.
Ο Χαρίτος δεν είναι παρά ένας τυπικός μικρομεσαίος οικογενειάρχης. Απέναντι στις δύσκολες μέρες της επιστροφής στη δραχμή, οχυρώνεται με τη χάραξη… οικογενειακής στρατηγικής. Άλλωστε, όπως λέει η γυναίκα του, «το μόνο που επιβιώνει ακόμα χωρίς μίσος είναι η οικογένεια». Ο ίδιος εγκαταλείπει τις μετακινήσεις με το αυτοκίνητό του, ενώ η Αδριανή θεσπίζει τα καθημερινά οικογενειακά δείπνα της ευρύτερης οικογένειας. Στο τραπέζι παρελαύνουν φασολάδες, πρασόρυζο, φακές αλλά και το αγαπημένο φαγητό του Αστυνόμου, τα γεμιστά.
Στα μυθιστορήματα του Μάρκαρη η αναπαράσταση της πόλης της Αθήνας επικεντρώνεται στο χάος και την έλλειψη σύγχρονων υποδομών. Οι πολυάριθμοι αναγνώστες των μεταφρασμένων βιβλίων του δεν θα βρουν αρχαιολογικά μνημεία και τη γραφική Πλάκα. Οι περιγραφές των διαδρομών και της εμπειρίας της οδήγησης στους μποτιλιαρισμένους δρόμους της Αθήνας, σχολαστικές όσο και ζωντανές, είναι τόσο συχνές που ο αναγνώστης φτάνει να συμπάσχει με το άγχος του οδηγού. Στην Τριλογία της Κρίσης δίνουν τον τόνο οι αδιάλειπτες διαδηλώσεις. Ο Χαρίτος σχολιάζει σαρκαστικά: «Πενία τέχνας κατεργάζεται», έλεγαν οι παλιοί. Στα χρόνια μας, πενία διαδηλώσεις κατεργάζεται».

Στο Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία όπως και στα υπόλοιπα μυθιστορήματα του Μάρκαρη, έχουμε να κάνουμε με έναν αριστερών πεποιθήσεων συγγραφέα που γράφει για έναν τυπικό μικρομεσαίο Έλληνα αστυνομικό: το αποτέλεσμα είναι μια λογοτεχνία ειλικρινής που διακρίνεται από μια μοναδική κοινωνική ευαισθησία και επιτρέπει στα έργα του να περάσουν τα σύνορα της αστυνομικής λογοτεχνίας.
Ελένη Παπαγεωργίου 
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (8/12/12)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου