Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ο επιθεωρητής που έρχεται από το κρύο

«Είμαι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας αστυνομικού στον κόσμο. Ο Jo Nesbo είναι ο αμέσως επόμενος μετά από εμένα, και με καταδιώκει ανελέητα σαν λυσσασμένο πιτ μπουλ, αποφασισμένος να μου πάρει τα σκήπτρα». Αυτά τα λόγια του James Ellroy είναι τυπωμένα στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του Λυτρωτή. Ο Τζο Νέσμπο διαβάζεται φανατικά από χιλιάδες αναγνώστες σε δεκάδες γλώσσες, ενώ παράλληλα τα βιβλία του μεταφέρονται ένα ένα στην τηλεοπτική και κινηματογραφική οθόνη. Τι είναι αυτό που κάνει τα έργα του Νέσμπο να ξεχωρίζουν μέσα στο κύμα αστυνομικής λογοτεχνίας που μας έρχεται από τις Βόρειες ακτές της Ευρώπης;
              
Ο Νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας από τους σκανδιναβούς συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας που κατά την τελευταία δεκαετία, χάρη στη μετάφραση των έργων τους σε πολλές γλώσσες και τη συνακόλουθη εμπορική τους επιτυχία, έχουν δημιουργήσει ένα νέο εκδοτικό φαινόμενο. Είναι ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους στη Νορβηγία, αλλά όχι και ο μοναδικός, καθώς σημαντική απήχηση έχει και το έργο των ομοεθνών του Anne Holt και Gunnar Staalensen. Ωστόσο, μόνο ο Τζο Νέσμπο έχει πετύχει τη σύγκριση με το φαινόμενο του Σουηδού Stieg Larsson, δημιουργού της τριλογίας του Millennium. Πρώην δημοσιογράφος και διάσημος ροκ σταρ, ο Νέσμπο, που δε γράφει μόνο αστυνομική λογοτεχνία αλλά και παιδικά βιβλία, είναι κυρίως γνωστός για τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή το Χάρι Χόλε, που αριθμεί ήδη εννέα τίτλους.
Από τα πρώτα δείγματα κριτικού λόγου που έχει δημοσιευτεί σχετικά με το πρόσφατο φαινόμενο της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μπορούμε να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα για τα κοινά στοιχεία ενός ανομοιογενούς ρεύματος. Ο Βρετανός κριτικός Barry Forshaw γράφει στο βιβλίο του Death in a cold climate: A guide to Scandinavian crime fiction ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα με προέλευση από τη Σουηδία, τη Νορβηγία, την Ισλανδία, τη Φιλανδία και τη Δανία «συχνά αναπτύσσουν κοινωνική κριτική, καυτηριάζοντας κοινωνικούς θεσμούς και πιο συγκεκριμένα τις πολιτικές σχετικά με το φύλο. Είναι επίσης κατά κανόνα σκοτεινά, εγκεφαλικά και απαισιόδοξα στο ύφος».[1] Στα μυθιστορήματα του Νέσμπο εντοπίζουμε τα στοιχεία που ορίζει ο Forshaw. Η κοινωνική κριτική είναι έντονη και ιδιαίτερα η κριτική που αναφέρεται στις δυσλειτουργίες και την υποχώρηση του περίφημου κοινωνικού κράτους ή σε θεσμούς, όπως η οργάνωση του Στρατού Σωτηρίας στο Λυτρωτή. Ο προβληματισμός σχετικά με τα ζητήματα φύλου είναι έκδηλος και εκφράζεται μέσα από την αφηγηματική φωνή του Χόλε αλλά και με τη σκιαγράφηση βίαιων αντρικών χαρακτήρων. Υπάρχει στενή συγγένεια με τα μυθιστορήματα του Millennium, στα οποία ο Larsson φαίνεται να ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για τα ζητήματα φύλου ώστε ξεκινά τα κεφάλαιά του με στοιχεία σχετικά με τη βία κατά των γυναικών στη Σουηδία. Το τρίτο ζήτημα που βρίσκεται ψηλά στη συγγραφική ατζέντα του Νέσμπο είναι η επανεξέταση της επίσημης εθνικής ιστορίας και της ιστορικής περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη Νορβηγία, όπως θα αναλύσουμε παρακάτω.
Διαλύοντας τον Χάρι
Ο Τζο Νέσμπο δημιούργησε έναν ήρωα, αν όχι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του εαυτού, παρόμοιο με αυτόν. Είναι και ο ίδιος, όπως και ο Χάρι Χόλε, «ρομαντικός, μελαγχολικός, ένα μείγμα χάους και πειθαρχίας».[2] Ο Χάρι Χόλε δουλεύει στην αστυνομία του Όσλο, μένει μόνος σε ένα λιτά επιπλωμένο δυάρι στην περιοχή Μπίσλετ, ενώ αυτό που αποκαλεί οικογένειά του είναι ο πατέρας του και η αδερφούλα. Ο πατέρας ζει μόνος, σαν ερημίτης, μετά το θάνατο της συντρόφου του, ενώ η αδερφούλα πάσχει από σύνδρομο Ντάουν. Ο Χάρι την επισκέπτεται συχνά στον ξενώνα όπου ζει και συζητάνε για θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά της και για το αγόρι της, το Χένρικ. Οι φίλοι του Χάρι είναι καταρχήν οι συνάδελφοί του στην Αστυνομία, αν και δεν το παραδέχεται εύκολα ότι η σχέση τους είναι παραπάνω από επαγγελματική. Έχει, βέβαια, και ένα φίλο από τα παλιά, από τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, το Όπσαλ, τον Έισταιν, πρώην χάκερ και ροκά που δουλεύει ταξιτζής και ειδικεύεται σε ό,τι έχει να κάνει με αμφεταμίνες. Ο Έισταιν είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει τον Χάρι όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο· παίζει επίσης έναν καίριο ρόλο: μας λέει πράγματα για τον Χάρι που ο ίδιος δεν πρόκειται να μας πει.
               Ο Χόλε δεν είναι υπερήρωας, αν και δεν λείπουν από τη σειρά οι κινηματογραφικές σκηνές καταδίωξης. Είναι ένας χαρακτήρας ανθρώπινος που τσαλακώνεται συνεχώς, ένας άνθρωπος με προβλήματα καθώς, όπως πιστεύει ο Τζο Νέσμπο «για να είναι κανείς ενδιαφέρων ήρωας πρέπει να έχει προβλήματα».[3] Πέρα από τα προβλήματα της καθημερινής του ζωής, ο Χάρι υποφέρει από εφιάλτες, που τον κρατούν ξάγρυπνο και του θυμίζουν ανοιχτούς λογαριασμούς. Ένα όνειρο έρχεται και ξανάρχεται: μια θολή παιδική ανάμνηση, μια τραυματική εμπειρία που είχε με την αδερφούλα μέσα σε ένα ασανσέρ- εξού και η φοβία του για τα μεταλλικά κουβούκλια.  
               Ο Χόλε δεν είναι ο τυπικός καλός μπάτσος, αλλά ένας ανεπτυγμένος, σύνθετος χαρακτήρας που ρέπει επίμονα προς τη σκοτεινή του πλευρά. Δεν κυνηγά μόνο εγκληματίες, αλλά έχει διαπράξει ο ίδιος εγκλήματα. Η βίαιη καταδίωξη του συναδέλφου του Τομ Βόλερ στο Αστέρι του διαβόλου θα ταρακουνήσει τον αναγνώστη και θα θέσει σε δοκιμασία τη συμπάθειά του για τον ήρωα. Ο ίδιος ο Νέσμπο, σε συνεντεύξεις του, αποκαλύπτει ότι το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό για τον Χάρι και σχολιάζει ότι «δεν είναι ο τέλειος τύπος, αλλά οι προθέσεις του είναι καλές».[4]
               Οι προθέσεις του είναι καλές και όσον αφορά τις σχέσεις του με τις γυναίκες, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το εξίσου καλό. Ο ίδιος πιστεύει ότι δεν είναι «φτιαγμένος για μακροχρόνιες σχέσεις» και γι’ αυτό ίσως να φταίνε οι «δύο μακροχρόνιες αγάπες του – η διερεύνηση ανθρωποκτονιών και το αλκοόλ»[5]. Λάθος ή σωστό, αυτές οι δύο αγάπες φέρνουν τρικυμίες στη σχέση του με τη γυναίκα της ζωής του, τη Ράκελ, μια ανύπαντρη μητέρα που γνωρίζει και ερωτεύεται στον Κοκκινολαίμη και είναι παρούσα και στα επόμενα μυθιστορήματα της σειράς. Στη δεύτερη συνάντησή τους, την περιγράφει:
«Καστανά μάτια. Ψηλά ζυγωματικά. Σκούρα επιδερμίδα. Κοντά μελαχρινά μαλλιά, που πλαισίωναν ένα στενό πρόσωπο. Το χαμόγελό της φαινόταν κιόλας στα μάτια της. Το θυμόταν πως ήταν όμορφη, όχι όμως και τόσο… συναρπαστική. Ήταν η μόνη λέξη που του ήρθε στο μυαλό για να εκφράσει την έννοια: συναρπαστική[6]
Η Ράκελ είναι μια γυναίκα δυναμική. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τον αλκοολισμό του πρώην Ρώσου συζύγου της, «δεν επανέλαβε το λάθος τόσων γυναικών της αδελφότητάς της: δεν περίμενε, δε συγχώρεσε, δεν προσπάθησε να κατανοήσει· άνοιξε την πόρτα και έφυγε με τον Όλεγκ στην αγκαλιά της τη στιγμή που έπεσε το πρώτο χτύπημα».[7] Μπορεί η σχέση του Χάρι με τη Ράκελ να περνάει διάφορες διακυμάνσεις, αλλά τους ενώνει μια βαθιά αγάπη και η ισχυρή σχέση πατέρα-γιου ανάμεσα στον Χάρι και τον μικρό Όλεγκ, μια σχέση που κάνει τον Χάρι να ιδεάζεται την πιθανότητα της ζωής σε οικογένεια.
               Μια άλλη γυναίκα που κατευθύνει καθοριστικά τις κινήσεις του Χάρι είναι η φίλη και συνάδελφός του Έλεν. Η άγρια δολοφονία της Έλεν από έναν νεοναζί στον Κοκκινολαίμη, θα σημάνει την έναρξη της απελπισμένης έρευνας του Χάρι για τον ηθικό αυτουργό. Την Έλεν και τη φιλία τους θα υποκαταστήσει σε κάποιο βαθμό η νέα συνάδελφός του Μπέτε Λεν, που «κάποιοι μπορεί να την αποκαλούσαν και κουκλίτσα, αλλά αυτό μάλλον επειδή ήταν μικροκαμωμένη».[8] Η Μπέτε, χάρη στην υπερανεπτυγμένη της ατρακτοειδή έλικα, το τμήμα του εγκεφάλου που αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου, προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην επίλυση υποθέσεων, ενώ παράλληλα στέκεται δίπλα στον Χάρι σα φίλη. Ο Χάρι το εκτιμά και ας μην της το λέει τόσο συχνά και γίνεται ο επαγγελματικός μέντοράς της, μαθαίνοντάς της να εμπιστεύεται το ένστικτό της και την πρώτη αίσθηση που της αφήνει μια σκηνή εγκλήματος.
               Υπάρχουν και άλλες γυναίκες που κάνουν τη σύντομη εμφάνισή τους στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Ο Χάρι, άλλωστε, δεν είναι άγιος και συχνά υποκύπτει σε σαρκικούς πειρασμούς στα πλαίσια της επίλυσης αστυνομικών υποθέσεων. Οι γυναίκες αυτές παίζουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στον προσανατολισμό του επιθεωρητή κατά την έρευνα και επηρεάζουν συχνά καταλυτικά τις κινήσεις του και την έκβαση της υπόθεσης. Ο ένοχος συζυγοκτόνος στο Αστέρι του διαβόλου αποφαίνεται: «Η αιτία είναι πάντα μια γυναίκα. Δεν το έχεις καταλάβει;»[9].
               Στον ήρωα του Νέσμπο μπορεί να αρέσουν οι γυναίκες, ο συγγραφέας είναι όμως πολύ προσεκτικός με το ζήτημα του σεξισμού και της βίας κατά των γυναικών, η θεματική άλλωστε αυτή είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Φορείς αυτού του σεξισμού στο έργο του Νέσμπο είναι άντρες με εξουσία, όπως ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών Μπερντ Μπράντχαουγκ που καλεί τις νεαρές υφισταμένες του στην ιδιωτική του σουίτα στο ξενοδοχείο Continental- ανάμεσα σε αυτές και τη Ράκελ, με την οποία παίζει ένα παιχνίδι εκβιασμών με αντικείμενο την κηδεμονία του γιου της. Ή ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, που τρομοκρατεί τη θαρραλέα Μπέτε Λεν με τις βίαιες σεξουαλικές του απαιτήσεις.

Ρωγμές στο χτες και το σήμερα
Μπορεί οι εκάστοτε υποθέσεις που αναλαμβάνει ο Χόλε να τον στέλνουν στα πέρατα της γης, από την Αυστραλία μέχρι τη Βραζιλία και από την Αίγυπτο μέχρι την Κροατία, σταθερό σκηνικό ωστόσο της δράσης του είναι η πόλη του, το Όσλο. Ένα Όσλο που, κατά τον συγγραφέα δεν είναι πια ένα παραμυθένιο χωριουδάκι του Βορρά αλλά μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, «το τέλειο σκηνικό για ένα συγκλονιστικό θρίλερ».[10] Τον ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της πόλης, η μαφία, το trafficking, η φτώχεια, τα ναρκωτικά. Ο Λυτρωτής, για παράδειγμα, το έκτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Νέσμπο εξερευνά τον κόσμο των τοξικομανών του Όσλο και την γειτονιά του εμπορίου ναρκωτικών, την Πλάτα. Το Όσλο του Χάρι είναι η πόλη όπου η απόλυτη ευημερία συναντά την απόλυτη εξαθλίωση:
«Ένα πρεζόνι χτυπούσε με δύναμη τα πόδια του στο χιόνι και τα μάτια του τρεμοπαίζανε σαν κεριά έτοιμα να σβήσουν. Δυο νεαρά κορίτσια, πιασμένα χέρι χέρι, πέρασαν δίπλα του, με κόκκινα μάγουλα και το κεφάλι τους γεμάτο ιστορίες για αγόρια και προσδοκίες για τη ζωή που είχαν μπροστά τους.»[11]

Όταν δεν εστιάζει στα αστικά προβλήματα, ο Νέσμπο φιλοτεχνεί εικόνες μιας πόλης που αλλάζει μαζί με τις εποχές και τις κλιματικές συνθήκες. Από τον πάγο του χειμώνα στη λασπωμένη άνοιξη και στους… καύσωνες του Βορρά που συναντάμε στο Αστέρι του διαβόλου, μια εικόνα που δεν ταιριάζει με το στερεότυπο της χιονισμένης Νορβηγίας:
«Την Τρίτη η θερμοκρασία στο Όσλο έφτασε τους είκοσι εννέα βαθμούς υπό σκιά και κατά τις τρεις μετά το μεσημέρι οι περισσότεροι υπάλληλοι γραφείων κατευθύνονταν ήδη προς τις παραλίες του Χουκ και της Χβερβενμπούκτα. Σμήνη τουριστών κατέκλυζαν τα υπαίθρια ρεστοράν της αποβάθρας του Άκερ και το πάρκο Φρονιέρ, όπου λουσμένοι στον ιδρώτα τραβούσαν άρον άρον την αναγκαστική φωτογραφία του Μονόλιθου (…). Έξω από τις τουριστικές διαδρομές όλα ήταν ήσυχα και η όποια ζωή κυλούσε σε αργή κίνηση.»[12]
Μέσα από την  προβληματική του για την πόλη του Όσλο, ο Χάρι εκφράζει τη στάση και την ανησυχία του για εθνικά και διεθνή προβλήματα της πολιτικής και κοινωνικής σφαίρας. Σχολιάζει τις ταξικές διαφορές, επισκεπτόμενος τις διάφορες γειτονιές του Όσλο, τις ρωγμές του καταρρέοντος κοινωνικού κράτους, το πρόβλημα της δράσης των νεοναζί, που τοποθετεί στην καρδιά της υπόθεσης του Κοκκινολαίμη, τη βία κατά των γυναικών. Επισημαίνει τη διαφθορά της εξουσίας, αλλά και τη διαφθορά που διαβρώνει το αστυνομικό σώμα. Συμβολικοί φορείς της είναι τα ίδια πρόσωπα που ενσαρκώνουν τη σεξιστική βία, ο πολιτικός Μπερντ Μπραντχάουγκ και ο, εμπλεκόμενος σε παράνομο εμπόριο όπλων, επιθεωρητής Τομ Βόλερ.
               Το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα δεν γνωρίζει σύνορα στο χώρο. Στα μυθιστορήματά του, ο Τζο Νέσμπο σχολιάζει τη σχέση της Νορβηγίας με τις ΗΠΑ, το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, την παράνομη εξόρυξη διαμαντιών στη Μαύρη Ήπειρο, τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Παράλληλα, το συγγραφέα ενδιαφέρει πέρα από το ταξίδι στο χώρο και το ταξίδι στο χρόνο. Όπως και στο έργο του άλλου μεγάλου άντρα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, του Στιγκ Λάρσον, έτσι και στα βιβλία του Νέσμπο εκφράζεται ο σημερινός προβληματισμός των σκανδιναβικών χωρών για την επίσημη ιστορία και κυρίως για τη στάση που αυτή τηρεί σχετικά με την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον Νέσμπο είναι άλλωστε και μια προσωπική υπόθεση, καθώς στην οικογένειά του συνυπάρχουν πρόσωπα που συντάχθηκαν με τους Γερμανούς με πρώην αντιστασιακούς.
Στον Κοκκινολαίμη, αντλώντας από την ιστορία του πατέρα του, ο Τζο Νέσμπο τοποθετεί μία από τις αφηγηματικές γραμμές στα χαρακώματα του Ανατολικού Μετώπου το 1942, με πρωταγωνιστές νεαρούς Νορβηγούς εθελοντές που πολεμούν στο πλευρό των Γερμανών ναζιστών. Αφήνει να ακουστεί και η άλλη φωνή, αυτή που θυμίζει ότι «πολλοί άντρες από το μέτωπο θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους αληθινούς πατριώτες του πολέμου. Πιστεύουν πως δεδομένης της κατάστασης του κόσμου το 1940, αυτοί προασπίστηκαν τα συμφέροντα του έθνους. Θεωρούν το γεγονός ότι τους καταδικάσαμε ως προδότες μια τεράστια δικαστική παρωδία».[13] Για το Νέσμπο, η απλούστευση της ιστορίας δεν εξυπηρετεί απαραίτητα την εθνική συνοχή. Μια ειλικρινής εθνική ιστορική αφήγηση είναι καίριας σημασίας για ένα υγιές έθνος. Ο συγγραφέας προσωποποιεί την κριτική του στο πρόσωπο του μυθοπλαστικού ιστορικού Έβεν Γιούλ:
«Ένας από τους λόγους που ο Έβεν Γιούλ καθιερώθηκε τόσο γρήγορα ως ιστορικός ήταν πως, ως πρώην αντιστασιακός, ήταν το ιδανικό όργανο για να γράψει την ιστορία που οι αρχές πίστευαν ότι άξιζε η μεταπολεμική Νορβηγία. Μη λέγοντας κουβέντα για την ευρύτατη συνεργασία με τους Γερμανούς και εστιάζοντας στη μικρή αντίσταση που υπήρχε. (…)Και πέτυχε. Ο μύθος του νορβηγικού λαού που πολεμούσε ενωμένος εναντίον του ναζισμού είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα.»[14]
Με την επιλογή του να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από πολλές αφηγηματικές γραμμές, ο Νέσμπο επιδιώκει να δείξει ότι «η ιστορία είναι μια σύνθετη διαδικασία, γραμμένη στον πληθυντικό αριθμό, στην οποία γεγονότα και κίνητρα είναι συχνά θολά και τοποθετούνται σε μια γκρίζα ζώνη της ηθικής». Όπως γράφει ο Δανός Karsten Wind Meyhoff στο άρθρο του Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural:
«οι Σκανδιναβοί συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας ανακατασκευάζουν τη μνήμη και αποδομούν την ιστορία. Μας παρουσιάζουν νέες φρέσκες εικόνες του πρόσφατου παρελθόντος, κρυφές ματιές στη σύνθετη πορεία ξεχωριστών ζωών και μια κατανόηση των δυνάμεων που δίνουν μορφή στα όνειρά μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Αυτά τα μυθιστορήματα ξεκαθαρίζουν ότι το παρελθόν είναι ακόμα ενεργό στο παρόν. Το παρελθόν είναι μια καθοριστική δύναμη που δημιουργεί το χώρο στον οποίο ζούμε σήμερα.»[15]

Άσε το κακό να μπει
Ο Χάρι πίνει. Καφέ κυρίως. Και αλκοόλ, αν και αυτή είναι μια δύσκολη ιστορία. Ο καφές είναι παντού στα μυθιστορήματα του Τζο Νέσμπο. Οι πρωταγωνιστές πίνουν καφέ με τους υπόπτους, με τους συνεργάτες τους, με τους αγαπημένους τους ανθρώπους. Η Έλεν, το διάστημα που μοιράζονταν το γραφείο μαζί του,  κατείχε το αποκλειστικό δικαίωμα να ετοιμάζει καφέ για τον Χάρι, δικαίωμα που σιγά σιγά κέρδισε ο αντικαταστάτης της, ο Χάλβορσεν, και συμβολίζει τη στενή συντροφική σχέση των δύο διαδοχικών συνεργατών του με τον Χάρι Χόλε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Χάρι και ο Χάλβορσεν αγόρασαν από κοινού μια μηχανή του εσπρέσο «που τώρα κατείχε τιμητική θέση πάνω στη μεταλλική αρχειοθήκη, ακριβώς κάτω από το κάδρο με τη φωτογραφία μιας κοπέλας με φακίδες, η οποία καθόταν με τα πόδια ακουμπισμένα πάνω σε ένα γραφείο»[16], της Έλεν δηλαδή.
Αντίθετα από τον καφέ, το ποτό δεν είναι απλή υπόθεση για τον Χάρι. Ο αναγνώστης παρακολουθώντας τη σειρά των μυθιστορημάτων, γίνεται μάρτυρας των διαφόρων σταδίων του αλκοολισμού του πρωταγωνιστή. Στο Νέμεσις, ο Χάρι απέχει από το ποτό:
«“Έπινα και εγώ μπύρα κάποτε”, είπε ο Χάρι. Αναγκάστηκα να την κόψω.(…) Είναι η μόνη κακή συνήθεια από την οποία απαλλάχτηκα.(…) Συνέχισα να καπνίζω, να λέω ψέματα και να κρατάω κακίες.”»[17]
Ο αλκοολισμός είναι η αχίλλειος πτέρνα του Χάρι, η καταφυγή του όποτε η πραγματικότητα τον ξεπερνάει. Δεν πρόκειται όμως για μια ρομαντική αντιμετώπιση όπως εκείνη που συναντάμε στο αμερικάνικο hard-boiled μυθιστόρημα αλλά για μια ντροπιαστική αδυναμία. Οι περιγραφές των επιπτώσεων του ποτού στη φυσιολογία του δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για ρομαντικές ερμηνείες:
«Από την ώρα που ξύπνησε το πρωί, ένιωθε να τον κατατρώει η βασανιστική λαχτάρα για το αλκοόλ. Πρώτα σαν ενστικτώδης οργανική ανάγκη και στη συνέχεια σαν φοβία με ενδιάμεσες κρίσεις πανικού, επειδή είχε αποκλείσει σκόπιμα τον εαυτό του από το γιατρικό. (…)Τώρα η ανάγκη του περνούσε σε νέα φάση. Ήταν κανονικός σωματικός πόνος μαζί με μια αίσθηση απόλυτου τρόμου ότι θα κατέρρεε από στιγμή σε στιγμή. Ο εχθρός μέσα του τραβούσε με μανία τις αλυσίδες του, τα σκυλιά γρύλιζαν από τον πάτο του λάκκου κάπου βαθιά στο στομάχι του, κάτω από την καρδιά του. Θεέ μου, πόσο τα μισούσε. Τα μισούσε όσο μισούσαν και αυτά εκείνον.»[18]
Όσο για το φαγητό, λίγη σημασία παίζει στην καθημερινότητα του Χόλε. Στη θέση των λουκούλλειων γευμάτων του Πέπε Καρβάλιο ή των ψαρομεζέδων που απολαμβάνει ο Επιθεωρητής Μονταλμπάνο, ο Χόλε επιβιώνει με σάντουιτς και σνακ. Και όταν επιλέγει ένα κανονικό γεύμα, μάλλον το μετανιώνει:
«Η Μάγια έφτασε με το γεύμα.
-“Μπουλέτα;”, ρώτησε ο Χάρι κοιτάζοντας τη γκρίζα μάζα κρέατος πάνω σε μια βάση από κινέζικο λάχανο και περιχυμένη με μαγιονέζα και κέτσαπ.»[19]
               Ο κόσμος του Χάρι είναι κυρίως ο κόσμος της δουλειάς του στην αστυνομία και οι άνθρωποι που συναναστρέφεται οι συνάδελφοί του. Ο Μπγιάρνε Μέλερ, ο επικεφαλής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, προστατεύει τον Χάρι από όσους δεν τον αντέχουν στην υπηρεσία, και ονειρεύεται μια ζωή με περισσότερη ηρεμία και λιγότερες ευθύνες, μια μετάθεση, δηλαδή, στη βροχερή πόλη του Μπέργκεν. Συχνά αναρωτιέται γιατί ανέχεται και συγχωρεί τον Χάρι αλλά τελικά παραδέχεται ότι γουστάρει «πάρα πολύ τον τσαντίλα, αλκοολικό, ξεροκέφαλο μπάσταρδο».[20] Ο συνάδελφος του Χάρι, ο επιθεωρητής Τομ Βόλερ, από την άλλη, είναι ένας σκοτεινός χαρακτήρας: διεφθαρμένος, νάρκισσος, σεξιστής, χωρίς ενδοιασμούς και ευαισθησίες.
Ένα πρόσωπο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο ψυχολόγος Άουνε, που συνδράμει την αστυνομία όποτε στην υπόθεση εμφανίζεται κάποιο δύσκολο ψυχιατρικό φαινόμενο. Ο Χάρι τον εμπιστεύεται και ακολουθεί τις συμβουλές του, εκτός από όταν έχουν να κάνουν με το δικό του πρόβλημα με το αλκοόλ. Ο ρόλος του Άουνε είναι πολύ σημαντικός γιατί παρέχει τα εργαλεία για την κατανόηση του εγκλήματος, του κακού, κάτι που είναι και η βασική προβληματική των μυθιστορημάτων του Τζο Νέσμπο και γενικότερα της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Επιπλέον, στην αστυνομική λογοτεχνία των χωρών της Σκανδιναβίας, το έγκλημα έχει πολύ συχνά να κάνει με έναν κατά συρροή δολοφόνο- σε αντίθεση με την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή της Νότιας Ευρώπης όπου το έγκλημα είναι κατά κύριο λόγο πολιτικής φύσεως, έχει να κάνει με τη Μαφία ή με οικονομικά κίνητρα. Ο Άουνε είναι εκεί για να δώσει στους χαρακτήρες και στον αναγνώστη το επιστημονικό υπόβαθρο για το εκάστοτε ψυχιατρικό φαινόμενο που φαίνεται να βρίσκεται στη ρίζα του κακού. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του Νέσμπο σε μια σχετική ερώτηση σε συνέντευξη:
«Στην πραγματικότητα, κανείς στη Σκανδιναβία δεν έχει ανάγκη να σκοτώσει για χρήματα, το πιο προφανές κίνητρο. Μπορούμε να το προσπεράσουμε. Δεν χρειάζεται να σκοτώσεις κάποιον για να κερδίσεις ένα εκατομμύριο κορώνες. Και σχεδόν κανείς δεν το κάνει. Έχεις, έπειτα, προσωπικά κίνητρα, όπως η ζήλεια, που είναι συχνά προφανή σε όλους και καταλήγουν σε μη προμελετημένα εγκλήματα. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη φαντασία σου και να δουλέψεις με το κίνητρο.»[21]
Πέρα από τον Χάρι Χόλε, τους περιφερειακούς χαρακτήρες, την περιγραφή του Όσλο, τον προβληματισμό για καίρια πολιτικοκοινωνικά ζητήματα, είναι κάτι άλλο που συναρπάζει τους αναγνώστες του Τζο Νέσμπο: η αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα και η νέα πνοή που δίνει στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Τα έργα του θυμίζουν συμφωνική ορχήστρα, καθώς η κάθε υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από πολλαπλές αφηγηματικές φωνές και οπτικές. Ο κάθε χαρακτήρας του Νέσμπο, όσο δευτερεύων και αν είναι ο ρόλος του, έχει δικαίωμα σε ένα περίτεχνο πορτρέτο που τον ζωντανεύει για λίγες τουλάχιστον σελίδες. Η υπάλληλος της ρεσεψιόν που θα εξυπηρετήσει έναν επίδοξο δολοφόνο, οι λεσβίες γειτόνισσες του θύματος, ο μουσουλμάνος παντοπώλης, το κάθε μυθιστόρημα είναι μια πινακοθήκη καθημερινών και όχι τόσο καθημερινών προσώπων.
Η αρχιτεκτονική των μυθιστορημάτων, ο χωρισμός τους σε κεφάλαια και μέρη, που φέρουν συμβολικούς τίτλους, είναι ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να σχολιαστεί. Παράλληλα, η σειρά κερδίζει το στοίχημα της συνοχής. Ως συνεκτικό εργαλείο λειτουργεί η περιστασιακή υπενθύμιση προηγούμενων υποθέσεων που έχει αναλάβει ο Χάρι, ενώ στο φόντο της κάθε υπόθεσης βρίσκονται πάντα οι εξελίξεις της επαγγελματικής ζωής του ήρωα και η σχέση του με τη Ράκελ και το φάρμακό του, το ποτό. Ας κλείσουμε αυτή την πρώτη αποτίμηση του έργου του Νέσμπο με μια φράση του Barry Forshaw:
«για όσους πιστεύουν ότι η προσωπική ευθύνη, οι ρωγμές του κοινωνικού κράτους και τα προβλήματα της πατρότητας έχουν θέση στην αστυνομική λογοτεχνία, ο Τζό Νέσμπο είναι ο συγγραφέας της επιλογής τους».[22]

Ελένη Παπαγεωργίου

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιδικό The Books' Journal- τεύχος Ιουνίου 2012)

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟ ΝΕΣΜΠΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Τζο Νέσμπο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008, σελ. 640
Τζο Νέσμπο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011, σελ. 569
Τζο Νέσμπο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011, σελ. 527
Τζο Νέσμπο. Ο λυτρωτής. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2012, σελ. 582


[1] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. Basingstoke και Νέα Υόρκη, 2012. σ. 2
[2] Από την επίσημη ιστοσελίδα του Τζο Νέσμπο (www.jonesbo.com). Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων από συνεντεύξεις και άλλο υλικό της ιστοσελίδας που παρεμβάλλονται σε αυτό το άρθρο είναι της γράφουσας. Στο εξής, για ό,τι προέρχεται από την ιστοσελίδα, θα σημειώνουμε www.jonesbo.com.
[3] www.jonesbo.com
[4] www.jonesbo.com
[5] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2011. σ. 88
[6] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. Μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Αθήνα: Εκδόσεις Ορφέας, 2008. σ. 331
[7] ό.π., σ. 384
[8] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 31
[9] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. Μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2011. σ. 259
[10] www.jonesbo.com
[11] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 156
[12] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 73
[13] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 260
[14] ό.π., σ. 551
[15] Wind Meyhoff, Karsten. “Digging into the secrets of the past: Rewriting history in the modern Scandinavian police procedural”. Scandinavian Crime Fiction. Επιμ. Andrew Nestingen και Paula Arvas. Cardiff: University of Wales Press, 2011. σ. 71
[16] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 24
[17] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 230
[18] Νέσμπο, Τζο. Το αστέρι του διαβόλου. ό.π., σ. 154
[19] Νέσμπο, Τζο. Ο κοκκινολαίμης. ό.π., σ. 174
[20] Νέσμπο, Τζο. Νέμεσις. ό.π., σ. 77
[21] www.jonesbo.com
[22] Forshaw, Barry. Death in a cold climate. A guide to Scandinavian crime fiction. ό.π., σ. 107

4 σχόλια:

  1. Γιατί τον λέμε Τζο και όχι όπως προφέρεται το όνομά του δηλαδή Γιο ή Γιου; (Γιου Νέσμπε για την ακρίβεια).
    Επίσης με ενοχλεί που τα βιβλία του μεταφράζονται από τα αγγλικά κι όχι από τα νορβηγικά, ενώ υπάρχουν νορβηγόφωνοι μεταφραστές.
    Μη με παρεξηγείτε, μου άρεσε πολύ το άρθρο σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. :) Μάλλον επειδή έτσι τον λένε και οι αγγλόφωνοι. Θέλουμε δε θέλουμε οι μεταφράσεις από μικρές γλώσσες επιρρεάζονται από την πρώτη μετάφραση στα Αγγλικά. Όσο για το γιατί μεταφράζεται από τα Αγγλικά, υποθέτω ότι οι λίγοι νορβηγόφωνοι μεταφραστές δεν προλαβαίνουν να κάνουν όλα τα νορβηγικά αστυνομικά που κυκλοφορούν!
    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εξαιρετικο και πληρεστατο το κειμενο σας, ελπιζω να δημοσιευσετε και αναλυτικες κριτικες για καθε βιβλιο του nesbo, που εχει μεταφραστει στα ελληνικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εξαιρετικο και πληρεστατο το κειμενο σας, ελπιζω να δημοσιευσετε και αναλυτικες κριτικες για καθε βιβλιο του nesbo, που εχει μεταφραστει στα ελληνικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή